Articles by "20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ"
20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΓΡΟΤΕΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΑΝΕΛ ΑΝΕΡΓΙΑ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΡΘΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΒΙΝΤΕΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ ΒΟΥΛΗ ΓΑΛΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ Δ.Ν.Τ. ΔΑΝΕΙΑ ΔΑΝΙΑ ΔΕΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΕΣ ΕΒΕ ΕΕΔΥΕ ΕΙΡΗΝΗ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2015 ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΩΤΗΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΥΡΩΒΟΥΛΗ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΗΠΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΙΡΑΚ ΙΡΑΝ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗ ΛΙΑΝΑ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΚΕ ΚΝΕ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΜΕΠ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΛΟΚΑ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ν.Δ ΝΑΤΟ ΝΕΟΛΑΙΑ ΝΕΟΝΑΖΙ ΟΑΕΔ ΟΓΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΟΤΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΜΕ ΠΑΣΕΒΕ ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΠΟΕ-ΟΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΡΩΣΙΑ ΣΕΒ ΣΕΡΒΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ Ε.Ε. ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΣΥΡΙΑ ΣΥΡΙΖΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΡΑΜΠΟΥΚΙΣΜΟΙ ΤΡΟΜΟΚΤΑΤΙΑ ΤΣΙΠΟΥΡΟ ΥΓΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΧΙΟΜΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ TV

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ στη Θέση 18, όπου γίνεται αναφορά στο Brexit και τις διαπραγματεύσεις για την υλοποίησή του, αναφέρεται:
«Απ' ό,τι φαίνεται, πάντως, η γενική κατεύθυνση των διαπραγματεύσεων θα είναι η διατήρηση "στενής σχέσης" με την ΕΕ. Πάνω σε αυτό το έδαφος περιπλέκονται τα διλήμματα της αστικής πολιτικής στη Γερμανία και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Καταρχάς, η κυρίαρχη γραμμή της γερμανικής αστικής τάξης κινείται ανάμεσα στη διατήρηση του διακυβερνητικού χαρακτήρα των αποφάσεων της ΕΕ και στην επιβολή στην πράξη της ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, των πολλών ομόκεντρων κύκλων με εφαρμογή αυστηρών κανόνων στη δημοσιονομική πολιτική. Ωστόσο, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία συμπλέει σε μεγάλο βαθμό με τις προτάσεις εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης που εκπορεύονται από την πλευρά της Γαλλίας και της Ιταλίας».
Η ΕΕ είναι συμμαχία καπιταλιστικών κρατών. Ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της εκφράζει πως η ΕΕ αποτελεί ένα πεδίο «συνεννόησης» των ξεχωριστών αστικών τάξεων, όπως εκφράζονται απ' τις ξεχωριστές κυβερνήσεις. Η αστική εξουσία βρίσκεται σε κάθε κράτος-μέλος, τη διαχειρίζεται η αστική κυβέρνηση κάθε κράτους-μέλους και μεταξύ τους οι κυβερνήσεις συνεννοούνται σε επίπεδο ΕΕ για διάφορα θέματα, με γνώμονα τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κάθε κράτος. Φυσικά, πλευρά της συνεννόησης μπορεί να είναι και η συνειδητή εκχώρηση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας που γίνεται με στόχο την αυξημένη κερδοφορία του κεφαλαίου. Η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» εκφράζει μια σταδιακή μετακίνηση πλευρών της αστικής εξουσίας σε επίπεδο ΕΕ, με τις αστικές κυβερνήσεις να αποτελούν εργαλεία υλοποίησης της πολιτικής που αποφασίζεται και σχεδιάζεται σε επίπεδο Ένωσης. Πρόκειται για μία όλο και πιο μόνιμη μεταφορά πλευρών της εθνικής κυριαρχίας στα όργανα της ΕΕ. Πλευρά αυτής της ολοκλήρωσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ, που μετέφερε σημαντικό τμήμα της νομισματικής πολιτικής στην ΕΚΤ και αποδυνάμωσε τα αστικά κράτη. Ωστόσο, η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντιφάσκει με το γεγονός ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας και με την ανισόμετρη ανάπτυξη των ξεχωριστών καπιταλιστικών οικονομιών, που εμποδίζει μια μόνιμη σύνδεση των διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών σε ένα υπερμονοπώλιο, σε ένα υπερκράτος, σε μία μόνιμη σταθερή συμμαχία και «ένωση». Το γεγονός αυτό γίνεται ακόμα πιο ορατό στις σημερινές συνθήκες, όπου οι επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης σε κάθε κράτος-μέλος είχαν ως αποτέλεσμα να βαθύνουν οι διαφορές, να μεγαλώσει η απόσταση ανάμεσα σε διαφορετικά καπιταλιστικά κράτη και κατά συνέπεια να οξυνθούν οι αντιθέσεις. Με αφορμή το περίφημο πόρισμα των προέδρων των 5 βασικών θεσμών της ΕΕ (Γιούρογκρουπ, Κομισιόν, Ευρωκοινοβούλιο, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) το καλοκαίρι του 2015, που ουσιαστικά προτάσσουν ως απάντηση στα προβλήματα και τις αντιφάσεις της ΕΕ μέτρα «εμβάθυνσης» της διαδικασίας, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Γερμανία, δυνάμωσε η διαπάλη για τις προοπτικές της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Η άρχουσα τάξη κάθε αστικού κράτους αποφασίζει κάθε φορά πώς κινείται, με γνώμονα την κερδοφορία της. Φυσικά, τα συμφέροντα διαφορετικών μερίδων της άρχουσας τάξης δεν ταυτίζονται πάντα ενώ συχνά μεταβάλλονται και στο χρόνο. Έτσι, ουσιαστικά, στο εσωτερικό των αστικών κρατών της ΕΕ διεξάγεται διαπάλη σε σχέση με το χαρακτήρα και την προοπτική της ΕΕ καθώς και τη θέση του κάθε αστικού κράτους σε αυτήν.

Αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Ερώτηση - Απάντηση - 20ό Συνέδριο ΚΚΕ» του «Ριζοσπάστη» της 11ης Γενάρη 2017.

«Απ' ό,τι φαίνεται, πάντως, η γενική κατεύθυνση των διαπραγματεύσεων θα είναι η διατήρηση "στενής σχέσης" με την ΕΕ. Πάνω σε αυτό το έδαφος περιπλέκονται τα διλήμματα της αστικής πολιτικής στη Γερμανία και στα υπόλοιπα κράτη - μέλη της ΕΕ. Καταρχάς, η κυρίαρχη γραμμή της γερμανικής αστικής τάξης κινείται ανάμεσα στη διατήρηση του διακυβερνητικού χαρακτήρα των αποφάσεων της ΕΕ και στην επιβολή στην πράξη της ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, των πολλών ομόκεντρων κύκλων με εφαρμογή αυστηρών κανόνων στη δημοσιονομική πολιτική. Ωστόσο, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία συμπλέει σε μεγάλο βαθμό με τις προτάσεις εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης που εκπορεύονται από την πλευρά της Γαλλίας και της Ιταλίας».
Η ΕΕ είναι συμμαχία καπιταλιστικών κρατών. Ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της εκφράζει πως η ΕΕ αποτελεί ένα πεδίο «συνεννόησης» των ξεχωριστών αστικών τάξεων, όπως εκφράζονται απ' τις ξεχωριστές κυβερνήσεις. Η αστική εξουσία βρίσκεται σε κάθε κράτος - μέλος, τη διαχειρίζεται η αστική κυβέρνηση κάθε κράτους - μέλους και μεταξύ τους οι κυβερνήσεις συνεννοούνται σε επίπεδο ΕΕ για διάφορα θέματα, με γνώμονα τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κάθε κράτος. Φυσικά, πλευρά της συνεννόησης μπορεί να είναι και η συνειδητή εκχώρηση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας που γίνεται με στόχο την αυξημένη κερδοφορία του κεφαλαίου.
Η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» εκφράζει μια σταδιακή μετακίνηση πλευρών της αστικής εξουσίας σε επίπεδο ΕΕ, με τις αστικές κυβερνήσεις να αποτελούν εργαλεία υλοποίησης της πολιτικής που αποφασίζεται και σχεδιάζεται σε επίπεδο Ενωσης. Πρόκειται για μια όλο και πιο μόνιμη μεταφορά πλευρών της εθνικής κυριαρχίας στα όργανα της ΕΕ. Πλευρά αυτής της ολοκλήρωσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ, που μετέφερε σημαντικό τμήμα της νομισματικής πολιτικής στην ΕΚΤ και αποδυνάμωσε τα αστικά κράτη. Ωστόσο, η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» αντιφάσκει με το γεγονός ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας και με την ανισόμετρη ανάπτυξη των ξεχωριστών καπιταλιστικών οικονομιών, που εμποδίζει μια μόνιμη σύνδεση των διαφορετικών καπιταλιστικών οικονομιών σε ένα υπερμονοπώλιο, σε ένα υπερκράτος, σε μια μόνιμη σταθερή συμμαχία και «ένωση». Το γεγονός αυτό γίνεται ακόμα πιο ορατό στις σημερινές συνθήκες, όπου οι επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης σε κάθε κράτος - μέλος είχαν ως αποτέλεσμα να βαθύνουν οι διαφορές, να μεγαλώσει η απόσταση ανάμεσα σε διαφορετικά καπιταλιστικά κράτη και κατά συνέπεια να οξυνθούν οι αντιθέσεις. Με αφορμή το περίφημο πόρισμα των προέδρων των 5 βασικών θεσμών της ΕΕ (Γιούρογκρουπ, Κομισιόν, Ευρωκοινοβούλιο, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) το καλοκαίρι του 2015, που ουσιαστικά προτάσσουν ως απάντηση στα προβλήματα και τις αντιφάσεις της ΕΕ μέτρα «εμβάθυνσης» της διαδικασίας, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Γερμανία, δυνάμωσε η διαπάλη για τις προοπτικές της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

Η άρχουσα τάξη κάθε αστικού κράτους αποφασίζει κάθε φορά πώς κινείται, με γνώμονα την κερδοφορία της. Φυσικά, τα συμφέροντα διαφορετικών μερίδων της άρχουσας τάξης δεν ταυτίζονται πάντα ενώ συχνά μεταβάλλονται και στο χρόνο. Ετσι, ουσιαστικά, στο εσωτερικό των αστικών κρατών της ΕΕ διεξάγεται διαπάλη σε σχέση με το χαρακτήρα και την προοπτική της ΕΕ καθώς και τη θέση του κάθε αστικού κράτους σε αυτήν.

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο (Θ.2) αναφέρεται: «Την περίοδο που διανύουμε, ισχυροποιείται προσωρινά το αστικό ρεύμα του εθνικισμού και του προστατευτισμού στην οικονομία, τόσο στις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία όσο και σε ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Στην ΕΕ, το συγκεκριμένο ρεύμα εκφράζουν διάφορα κόμματα του αστικού ευρωσκεπτικισμού. Το ρεύμα του προστατευτισμού αναπτύσσεται ως επιλογή τμημάτων της αστικής τάξης στις ΗΠΑ και σε κράτη της ΕΕ για να αμυνθούν στην επιδείνωση των όρων ανταγωνιστικότητας πρώτα απ' όλα του βιομηχανικού κεφαλαίου τους, ιδιαίτερα σε συνθήκες επιβράδυνσης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας».
Η πολιτική του προστατευτισμού της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής είναι όλες εκείνες οι ενέργειες και παρεμβάσεις που κάνει ένα καπιταλιστικό κράτος, για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του εγχώριου κεφαλαίου του, σε σχέση με τους αλλοδαπούς ανταγωνιστές τους, κυρίως στην εγχώρια αγορά. Η ενίσχυση των τάσεων προστατευτισμού αποδεικνύει ότι παρά το γεγονός της μεγάλης διεθνοποίησης της κίνησης κεφαλαίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας, των στενών σχέσεων και αλληλεξαρτήσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις οικονομίες των καπιταλιστικών κρατών, δεν αναιρείται η εθνική - κρατική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται και αναπαράγεται το εγχώριο κεφάλαιο. Έτσι, παρ' όλο το διεθνικό χαρακτήρα που έχουν μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι, αυτός δεν αναιρεί το γεγονός ότι στη μετοχική τους σύνθεση πλειοψηφούν, και κατά συνέπεια κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ιδιοκτησίας, μέτοχοι από μια συγκεκριμένη χώρα, ότι εδρεύουν σε συγκεκριμένη χώρα και τα συμφέροντα αυτών των μονοπωλιακών ομίλων υπερασπίζονται συγκεκριμένα καπιταλιστικά κράτη. Π.χ. τα συμφέροντα της «Coca - Cola» υπερασπίζεται ο κρατικός μηχανισμός των ΗΠΑ.
Εκδηλώσεις της πολιτικής προστατευτισμού είναι:
Οι δασμοί στα σύνορα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα, ώστε τα εγχώρια εμπορεύματα να έχουν μικρότερη τελική τιμή.
Η απαγόρευση εμπορικών σχέσεων με χώρες από τις οποίες οι εισαγωγές είναι περισσότερες από τις εξαγωγές.
Η υποτίμηση του νομίσματος, ώστε να ακριβαίνουν οι εισαγωγές και να αυξάνονται οι εξαγωγές.
Η θέσπιση προδιαγραφών που δεν καλύπτονται από εισαγόμενα προϊόντα (για παράδειγμα «περιβαλλοντολογικές» προδιαγραφές, μικρής ενεργειακής δαπάνης κ.ά.).
Οι τάσεις προστατευτισμού αντιφάσκουν με την αντικειμενική τάση διεθνοποίησης της παραγωγής και της κίνησης του κεφαλαίου. Είναι ζήτημα που θα κριθεί στο μέλλον εάν και σε ποιο βαθμό θα προχωρήσει η υλοποίηση «προστατευτικών πολιτικών», όπως ακριβώς διακηρύσσονταν προεκλογικά π.χ. από τον Τραμπ στις ΗΠΑ.
Εξάλλου, αυτή η κυρίαρχη τάση της διεθνοποίησης αποτελεί και την οικονομική βάση του κοσμοπολιτισμού του κεφαλαίου. Δηλαδή, η ανάπτυξη του κοσμοπολιτισμού όλα τα προηγούμενα χρόνια εδράζεται στην ισχυρή τάση μετακίνησης του κεφαλαίου έξω από τα εθνικά σύνορα, στους δεσμούς που αποκτούν τα κεφάλαια διαφορετικών κρατών μεταξύ τους, στη γενική τάση εμφάνισης διεθνών αλυσίδων και πολυεθνικών ομίλων κ.ά. Ο κοσμοπολιτισμός συνίσταται στην υποβάθμιση του εθνικού χαρακτήρα, των εθνικών και γλωσσικών παραδόσεων, του αισθήματος του πατριωτισμού, ώστε να διευκολυνθεί η προηγούμενη τάση. Αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική του κεφαλαίου εδώ και δεκαετίες.
Ο εθνικισμός από την άλλη είναι το αντίστροφο του κοσμοπολιτισμού και εδράζεται στο γεγονός ότι η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας και εκφράζεται και με την ανάπτυξη τάσεων προστατευτισμού. Αστική ιδεολογία που διακηρύσσει την «υπεράσπιση» της εθνικής ταυτότητας, τη δυσπιστία και το μίσος στα άλλα έθνη και τους άλλους λαούς.
Κοσμοπολιτισμός και εθνικισμός, προστατευτισμός και διεθνοποίηση είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εκφράζουν την αντικειμενική αντίφαση που διαπερνά τη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, ανάμεσα στην ισχυρή τάση διεθνοποίησης και τη διατήρηση της εθνοκρατικής βάσης αναπαραγωγής των ξεχωριστών εγχώριων κεφαλαίων.
Αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Ερώτηση - Απάντηση - 20ό Συνέδριο ΚΚΕ», του «Ριζοσπάστη», Σάββατο 7 - Κυριακή 8 Γενάρη 2017.

Η εκδήλωση της κρίσης είναι αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής απ' τη μία και την κυριαρχία των καπιταλιστών στην κοινωνική παραγωγή απ' την άλλη. Η αντίθεση αυτή οξύνεται με την καπιταλιστική ανάπτυξη, με τη συσσώρευση κεφαλαίου, οδηγώντας στην εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Η κρίση έχει ως αποτέλεσμα την απαξίωση του κεφαλαίου, δηλαδή την ελάττωση της αξίας του κεφαλαίου, την καταστροφή ενός τμήματός του, με πολλούς τρόπους, που γενικά εντάσσονται στην καταστροφή ενός μέρους των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Αυτό εκδηλώνεται με το κλείσιμο επιχειρήσεων, την καταστροφή εμπορευμάτων που δεν πωλούνται (κάψιμο σοδειών), την εκποίηση απούλητων εμπορευμάτων σε χαμηλότερες τιμές, τη μείωση της τιμής μέσων παραγωγής και της αξίας των επιχειρήσεων, την αποειδίκευση της εργατικής δύναμης, τη μείωση της τιμής της κ.ά. Η καταστροφή τμήματος του κεφαλαίου επιτρέπει στο υπόλοιπο τμήμα του κεφαλαίου να επενδυθεί κερδοφόρα και να ξαναρχίσει η διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε διευρυμένη κλίμακα.
Απαξίωση κεφαλαίου έχει ήδη γίνει και συνεχίζει να γίνεται. Ωστόσο, δεν έχει προχωρήσει στην απαραίτητη έκταση. Επίσης, η κρατική πολιτική στήριξης των ομίλων (πακέτα ποσοτικής χαλάρωσης σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ευρώπη και Κίνα) εμποδίζει την απαξίωση, αφού με τη διόγκωση του κρατικού χρέους στηρίζονται επιχειρήσεις και τράπεζες που θα έπρεπε να είχαν κλείσει. Έτσι, η διαδικασία απαξίωσης εμποδίζεται να προχωρήσει όπως θα «έπρεπε» αυθόρμητα. Βασικός λόγος για τον οποίο εμποδίζεται αυτή η αυθόρμητη διαδικασία είναι πως ενώ όλοι καταλαβαίνουν την ανάγκη καταστροφής ενός τμήματος του κεφαλαίου, διαφωνούν για το ποιανού το κεφάλαιο πρέπει να καταστραφεί. Τα αστικά κράτη, εκφράζοντας τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, βλέπουν ως αναγκαία την προστασία των δικών τους ομίλων, του δικού τους κεφαλαίου και την καταστροφή του κεφαλαίου που βρίσκεται σε άλλα κράτη. Καθώς η τάση αυτή είναι γενική, η απαξίωση κεφαλαίου εμποδίζεται και καθυστερεί, οδηγώντας έτσι στη σταδιακή αύξηση του κεφαλαίου που δεν βρίσκει παραγωγική διέξοδο. Σημειώνουμε πως ο μεγαλύτερος χαμένος είναι αυτός που θα καταστραφεί πρώτα το κεφάλαιό του, καθώς η καταστροφή θα δώσει διέξοδο στην υπερσυσσώρευση όχι μόνο των δικών του κεφαλαίων αλλά και των ανταγωνιστών.
Ένας άλλος παράγοντας που δυσκολεύει την απαξίωση έχει να κάνει με το εξής ζήτημα. Η διεθνοποίηση της παραγωγής αυξάνει την αλληλεξάρτηση μεταξύ των διαφορετικών κεφαλαίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Σχηματίζονται αλυσίδες παραγωγής που έχουν πολυεθνικό, πολυεταιρικό χαρακτήρα. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής έχει παγκόσμια πλευρά. Συχνά, οι μέτοχοι μιας πολυεθνικής βρίσκονται σε ολόκληρο τον κόσμο. Απ' την άλλη, οι μονοπωλιακοί όμιλοι έχουν βάση σε συγκεκριμένα κράτη, το μεγαλύτερο μερίδιο της ιδιοκτησίας και της δανειοδότησης προέρχεται απ' αυτά τα κράτη, η πλειοψηφία της κερδοφορίας τους έρχεται απ' τα εθνικά σύνορα και όταν απειλούνται τα συμφέροντά τους αναλαμβάνει η κυβέρνηση του κράτους που βρίσκονται, να καθαρίσει. Για παράδειγμα, η «Coca-Cola» έχει παραρτήματα σ' ολόκληρο τον κόσμο, όμως είναι αμερικανική εταιρεία.
Ενώ, λοιπόν, οι διεθνείς σχέσεις του κεφαλαίου υπαγορεύουν την ανάγκη μιας συνολικής απαξίωσής του για να υπερβεί ο καπιταλισμός την κρίση, η εθνοκρατική συγκρότησή του βάζει εμπόδια σε αυτή τη διαδικασία.
Τα πιθανά ενδεχόμενα για το με ποιον τρόπο μπορεί να συντελεστεί η αναγκαία απαξίωση είναι πολλά. Μπορεί, μετά από μια απροσδιόριστη περίοδο μακράς χαμηλής ανάπτυξης και αργής, βασανιστικής καταστροφής κεφαλαίου, τελικά να απαξιωθεί αρκετά μεγάλο τμήμα του ώστε να επανέλθει σε αυξητική τροχιά η διεθνής καπιταλιστική οικονομία. Όμως, η πιθανότητα μιας απότομης νέας συστολής της παραγωγής σε κάποιο κέντρο (νέα εκδήλωση της κρίσης) είναι το πιο πιθανό σενάριο, οδηγώντας σε νέα σημαντική απαξίωση κεφαλαίου, τόσο εκεί που θα εκδηλωθεί η κρίση, όσο και στα υπόλοιπα κέντρα. Ιστορικά, το ενδεχόμενο του πολέμου είναι πολύ πιο αυξημένο σ' αυτές τις συνθήκες. Η ανάγκη απαξίωσης κεφαλαίου συνδυάζεται, συνδέεται οργανικά με την αλλαγή συσχετισμού δύναμης και την ανάγκη αυτή να καταγραφεί στις σχέσεις μεταξύ των κρατών. Οι αλλαγές αυτές ιστορικά γίνονται με πολεμικές αναμετρήσεις.
Αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Ερώτηση - Απάντηση - 20ό Συνέδριο ΚΚΕ», του «Ριζοσπάστη», Πέμπτη 5 Γενάρη 2017.

MKRdezign

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget