Latest Post
20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΓΡΟΤΕΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΑΝΕΛ ΑΝΕΡΓΙΑ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΡΘΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΒΙΝΤΕΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ ΒΟΥΛΗ ΓΑΛΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ Δ.Ν.Τ. ΔΑΝΕΙΑ ΔΑΝΙΑ ΔΕΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΕΣ ΕΒΕ ΕΕΔΥΕ ΕΙΡΗΝΗ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2015 ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΩΤΗΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΥΡΩΒΟΥΛΗ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΗΠΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΙΡΑΚ ΙΡΑΝ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗ ΛΙΑΝΑ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΚΕ ΚΝΕ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΜΕΠ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΛΟΚΑ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ν.Δ ΝΑΤΟ ΝΕΟΛΑΙΑ ΝΕΟΝΑΖΙ ΟΑΕΔ ΟΓΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΟΤΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΜΕ ΠΑΣΕΒΕ ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΠΟΕ-ΟΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΡΩΣΙΑ ΣΕΒ ΣΕΡΒΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ Ε.Ε. ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΣΥΡΙΑ ΣΥΡΙΖΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΡΑΜΠΟΥΚΙΣΜΟΙ ΤΡΟΜΟΚΤΑΤΙΑ ΤΣΙΠΟΥΡΟ ΥΓΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΧΙΟΜΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ TV

Γεναριάτικο βράδυ του ' 06 στο μουντό Στρασβούργο. Στις λιγοστές ανοιχτές μπυραρίες ακούγεται η «Διεθνής» από κατάκοπες αλλά ενθουσιώδεις συντροφιές κομμουνιστών, που είχαν συρρεύσει από τα τέσσερα σημεία του ευρωπαϊκού ορίζοντα. Εχω την αίσθηση ότι ζω σ' έναν μελλοντικό αλλά όχι μακρινό κόσμο ακαταδίωκτης αλλά και δίκαιης χαράς. Το βάρος της ευθύνης που συγκυριακά σήκωσα εκείνες τις μέρες, όταν η Ευρώπη ύπουλα και... δημοκρατικά προσπαθούσε να περάσει το Αντικομμουνιστικό Μανιφέστο απ' το Συμβούλιο της Ευρώπης για να πλασάρει αντικομμουνισμό «απ' τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια», συνθλίβεται απ' τη χαμογελαστή μορφή του υπέροχου συντρόφου Μπάμπη Αγγουράκη και τη στεντόρια φωνή του Στρατή του Κόρακα.

Το πρωί, στους δρόμους του Στρασβούργου, οι κόκκινες παντιέρες με το σφυροδρέπανο, σε πορεία προς το ΣτΕ, προς κατάπληξη της αστυνομίας που μας είχε προειδοποιήσει να μη βγούμε σε διαδήλωση γιατί μας την είχαν στημένη οι ναζιστοφασίστες που αφθονούν στην περιοχή, κατατρόπωσαν τα μαύρα κοράκια, που δεν εμφανίστηκαν πουθενά. Η πρωτοβουλία του ΚΚΕ, να μάθουν οι λαοί τι απεργάζονταν σε βάρος τους, πίσω απ' την πλάτη τους, περιλάμβανε και συνέντευξη Τύπου μέσα στο κτίριο του ΣτΕ. Και βεβαίως θέλαμε να είναι ανοιχτή και στο πλήθος που υπερασπιζόταν τους νικητές του φασισμού. Οταν φτάνουν στην πόρτα οι πρώτοι διαδηλωτές για να μπουν, η φρουρά στηλώνει τα πόδια. Λόγοι... ασφάλειας. Ο μοναδικός τρόπος να μπουν ήταν να θεωρηθούν «προσωπικοί» μου καλεσμένοι (το μόνο μέλος της Συνέλευσης ήμουν άλλωστε, οπότε τυπικώς έφερα το βάρος) κι επειδή ήταν πολλοί κι ο έλεγχος για τα στοιχεία τους θα ήθελε μια μέρα, μου ζητήθηκε να εγγυηθώ για όλους και να αναλάβω την όποια αστική και ποινική ευθύνη για ό,τι γίνει.

Δε χρειάστηκαν πολλά. Απλώς να το πούμε στο πλήθος κι από στόμα σε στόμα να φτάσει έως το τέλος της ουράς. Κάπου 500 σύντροφοι μπήκαν με περηφάνια και τάξη και διπλάσιοι έμειναν έξω να φυλάνε καραούλι μην και πλακώσουν προβοκάτορες. Στην αίθουσα Τύπου, μοντέρνα κι υπερεξοπλισμένη, με καμιά πενηνταριά θέσεις, στριμώχτηκαν αγόγγυστα καμιά διακοσαριά όρθιοι. Και ώ! του δημοκρατικού θαύματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν υπάρχει ούτε ένας δημοσιογράφος, δεν λειτουργούν τα μικρόφωνα, και μεταφραστής ούτε για δείγμα!... Και θα μιλούσαν ο εκπρόσωπος του ΚΚ Πορτογαλίας με δεύτερη γλώσσα τα γαλλικά και ο Ρώσος με δεύτερη γλώσσα τα αγγλικά, με το κοινό στην πλειοψηφία του Ελληνες. Μισή ώρα αναμονής και οι αρμόδιοι εξέφρασαν τη λύπη τους που δεν έγινε γραπτή αναφορά αιτήματος για μια συνέντευξη Τύπου, η οποία κατά την κρίση τους, εξελίχθηκε σε κατάληψη τρόπον τινά από διαδηλωτές κομμουνιστές. Τότε κάποιοι σύντροφοι μου φώναξαν, «άστους!, τους ξέρουμε, μπορούμε και μόνοι μας, ξεκίνα»!

Η συνέντευξη κράτησε δυόμιση ώρες. Μετέφραζα σε τρεις γλώσσες, όσο ταχύτερα μπορούσα, κι όπως το πλήθος είχε δεσμευτεί, έκαμε μια απόλυτη πεντακάθαρη ησυχία. Ετσι και χωρίς μικρόφωνα, ακούστηκαν όλοι, μα τον Στάλιν μου μέσα, κι έξω από την αίθουσα. Αποχωρήσαμε συντεταγμένα. Στις μοκέτες δεν έπεσε μήτε ένα χαρτάκι. Στην πύλη οι φάτσες των έκπληκτων φρουρών ήταν όλα τα λεφτά. Κάποιοι έλεγαν και ωρεβουάρ και μπονζούρ, στους χαμογελαστούς συντρόφους, μ' έναν σεβασμό αυθόρμητο. Στην Ολομέλεια, όπου ψηφίζουν αντιπρόσωποι βουλευτές από 47 χώρες, το κατάπτυστο αντικομμουνιστικό πόνημα, αυτό που επί έντεκα χρόνια τώρα περιφέρεται μέχρι και σήμερα στο Ταλίν, δεν πέρασε. Το φίδι κουλουριάστηκε. Λούφαξε τότε. Για λίγο. Ξαναβγαίνει και σέρνεται στον κόρφο των λαών, αλλάζοντας πουκάμισα με κάθε ευκαιρία. Τώρα τι χρώμα θα φοράει αύριο μεθαύριο, που θα πλακώσουν οι Γάλλοι επίσημοι για ευρωμπίζνες, ας το αποφασίσει ο λογογράφος του πρωθυπουργού κι η ενδυματολόγος της μαντάμ Μπριγκίτ.


Της
Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ

Ο Τόμας Γουάτσον, επικεφαλής της IBM και πρόεδρος του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC), με μέλη του διοικητικού συμβουλίου, συναντιούνται στο Βερολίνο με τον Α. Χίτλερ, στη διάρκεια του 9ου Συνεδρίου του ICC (12/7/1937)
Και να που φτάσαμε στο πραγματικό ζητούμενο: Στην ταύτιση του Μαρξ με τον Χίτλερ και του «Κεφαλαίου» με το «Ο Αγών μου», στη στοχοποίηση όχι μόνο της ΕΣΣΔ, αλλά κάθε σκέψης εργατικής χειραφέτησης από τα καπιταλιστικά δεσμά. Αυτή είναι η νομοτελειακή κατάληξη (και η ουσιαστική στόχευση) του αντικομμουνισμού σε όλες του τις μορφές: Της ταύτισης Χίτλερ - Στάλιν, του διαχωρισμού του σοσιαλισμού - κομμουνισμού από την προσπάθεια εφαρμογής του στη ζωή (σπιλώνοντας ιδιαίτερα την περίοδο της θεμελίωσής του), της ντροπαλής ή ανοιχτής αποδοχής των αντιεπιστημονικών αναλύσεων περί «ολοκληρωτισμών» ή «τελεολογιών».
Ο αντικομμουνισμός άλλωστε - ο οποίος μπορεί να καταστεί διεισδυτικός μόνο μέσω της προσαρμογής του στα διαφορετικά ακροατήρια - αποτελεί δομικό συστατικό όλων των αστικών κομμάτων, κρατικών οργανισμών ή διακρατικών ενώσεων του κεφαλαίου, με την ΕΕ να δίνει έμπρακτα το στίγμα παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του Στ. Κοντονή.
Τώρα που η σχετική αντιπαράθεση αρχίζει να ξεθυμαίνει, αναδεικνύεται πιο καθαρά ο λόγος για τον οποίο σηκώθηκε τόση «σκόνη» ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις οι οποίες (παρά τις όποιες υπαρκτές διαφορές στις ιδεολογικές τους αναφορές) συμφωνούν τόσο ως προς την ανάγκη της πάση θυσία υπεράσπισης του καπιταλισμού όσο και ως προς το μίσος τους απέναντι στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Γνωστό δημοσιογραφικό site δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Μετρώντας κέρδη και ζημιές από την "ιστορική" σύγκρουση», εκτιμώντας ότι «η επικοινωνιακή μάχη απέβη νικηφόρα» για την κυβέρνηση. Αυτός ο καιροσκοπικός και ρηχός αστικός «αντιφασισμός» δίνει την αφορμή της εξιχνίασης της πραγματικής σχέσης φασισμού - καπιταλισμού.
Ο φασισμός ως γέννημα - θρέμμα του καπιταλισμού
Στο μεγαλύτερο μέρος της αστικής ιστοριογραφίας και δημοσιολογίας, ο φασισμός παρουσιάζεται ως ο αντίθετος πόλος της (αστικής) δημοκρατίας. Είναι όμως πράγματι έτσι;
Ο φασισμός εμφανίστηκε και φούντωσε ως κοινωνικό ρεύμα - με διάφορες μορφές και «σκαμπανεβάσματα» - στο διάστημα ανάμεσα στους δύο Παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς Πολέμους. Επιδιώκοντας να λύσει με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τις δικές της εσωτερικές διαφορές (για τις αποικίες και τις αγορές), η αστική τάξη ήρθε διεθνώς αντιμέτωπη με τους χειρότερους εφιάλτες της. Από τη μία η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, της οποίας φέτος γιορτάζουμε την 100ή επέτειο, αφαιρούσε το 1/6 της παγκόσμιας επικράτειας από την εξουσία της, ενώ από την άλλη κυοφορούνταν μια σειρά εργατικές εξεγέρσεις (σε Γερμανία, Ουγγαρία, Φινλανδία, Ιταλία κ.λπ.).
Ο τρόμος ο οποίος είχε περιβάλει την αστική τάξη, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός από το κύρος που ασκούσε το πρώτο πείραμα φασιστικής διακυβέρνησης, το οποίο λάμβανε χώρα στη Ιταλία από το 1922. Κατά την επίσκεψή του στη Ρώμη στις 20 Γενάρη 1927, ο «δημοκράτης» - κατά τα άλλα - Τσόρτσιλ δήλωνε:
«Αν ήμουν Ιταλός, είμαι σίγουρος ότι θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την έναρξη της θριαμβευτικής σας πάλης ενάντια στις κτηνώδεις ορέξεις και πάθη του Λενινισμού. Θα πω όμως και μια λέξη για τη διεθνή διάσταση του φασισμού. Εξωτερικά, το κίνημά σας προσέφερε υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο (...) Η Ιταλία έδειξε πως υπάρχει τρόπος καταπολέμησης των ανατρεπτικών δυνάμεων (...) προσέφερε το αναγκαίο αντίδοτο στο ρωσικό δηλητήριο. Από δω και πέρα κανένα μεγάλο έθνος δεν θα στερείται των ύστατων μέσων για την προστασία του από την καρκινογόνο ανάπτυξη του Μπολσεβικισμού».1
Αντίστοιχη έλξη ασκούσε ο φασισμός εκείνη την περίοδο σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ενδεικτική είναι ίσως η στιχομυθία των «δημοκρατών» Βενιζέλου - Πλαστήρα, παραμονές των εκλογών του 1933. Μπροστά στη σίγουρη ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Πλαστήρας πρότεινε στον Βενιζέλο τη διενέργεια πραξικοπήματος, ώστε να «κάνουμε ό,τι και στην Ιταλία, που χάρις στο Φασισμό προοδεύει».
Ο Βενιζέλος «του απήντησε ότι δεν ήτο μεν ενθουσιασμένος με το κοινοβουλευτικόν καθεστώς, αλλ' ότι τα ελαττώματα των άλλων λύσεων ήσαν τόσο μεγάλα, ώστε ουδ' επί στιγμήν εδέχετο αλλαγήν του πολιτεύματος. Η Ιταλία, προσέθεσεν, επήγαινε καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ εις την Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ... Και χαριτολογών, κατέληξεν ο Βενιζέλος: "Αν πείσεις τον Μουσολίνι να αφήση την Ιταλίαν και να έλθη εδώ, τότε, ίσως, συμφωνήσω να γίνη δικτατορία"».2
Ο δε Γ. Κονδύλης - από την άλλη πλευρά του αστικού πολιτικού φάσματος - ένα χρόνο πριν την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά, θα χαρακτηρίσει τον Ιταλό δικτάτορα ως τον «καλύτερο άνδρα της σημερινής εποχής», ο οποίος «κατάφερε να πειθαρχήσει έναν ζωηρό λαό [...] και να λύσει το πρόβλημα της συνεργασίας μεταξύ κεφαλαίου και εργατών». Λίγο μετά, ο Μεταξάς διευκρίνιζε πως σκοπός τής (κοινοβουλευτικά εγκεκριμένης) δικτατορίας του ήταν η «αδιάκοπος φροντίς διά την στερέωσιν του αστικού καθεστώτος με όλας τας αναγκαίας θυσίας».3
Την ίδια σχεδόν περίοδο, στις 26 Γενάρη του 1934, ο Γερμανός μεγαλοβιομήχανος Κρουπ δήλωνε, ενόψει της πρώτης επετείου από την άνοδο του Χίτλερ στη διακυβέρνηση: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (σ.σ. των βιομηχάνων!)».4
Πέρα, όμως, από την αντιμετώπιση της ανόδου του κύρους των επαναστατικών ιδεών και το τσάκισμα του εργατικού κινήματος, η φασιστική μορφή διακυβέρνησης του καπιταλισμού ήταν ιδανική στη Γερμανία και λόγω της πολεμικής προετοιμασίας ενόψει της διεκδίκησης αγορών και αποικιών από τους παλαιότερους ληστές. Οπως χαρακτηριστικά υπογράμμιζε ο υπουργός Οικονομικών των ναζί Σαχτ στον Αμερικανό Πρόξενο Fuller το 1935: «Οι αποικίες είναι απαραίτητες στη Γερμανία. Αν καταστεί δυνατό θα τις αποκτήσουμε μέσα από διαπραγματεύσεις. Αν όχι, θα τις αρπάξουμε (σ.σ. με τη βία)».5
Σε αυτές τις συνθήκες, όπως διαβάζουμε από τα Πρακτικά της Δίκης της Νυρεμβέργης, «μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους της Γερμανίας συναντήθηκαν στο Βερολίνο στις 20 Φλεβάρη 1933», δηλαδή «λίγο πριν τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Στη συνάντηση αυτή ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των συνωμοτών (σ.σ. των ναζί) να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, με βία να αντιμετωπίσουν κάθε αντιπολίτευση και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο G. Krupp, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας Alfried Krupp A.G., τέσσερα ηγετικά στελέχη της I. G. Farben, ενός εκ των μεγαλυτέρων κονσέρν (σ.σ. μονοπωλίων) χημικών στο κόσμο, ο A. Vogler, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι». Είχε έρθει η ώρα για τους αστούς να πετάξουν την κοινοβουλευτική μάσκα της δικτατορίας τους και να πάρουν στο χέρι το ναζιστικό μαστίγιο...
Παράλληλα, το ναζιστικό καθεστώς ανέπτυξε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του αγαστή συνεργασία με καπιταλιστικά μεγαθήρια «δημοκρατικών» κρατών όπως «General Motors», «General Electric», ITT, «Ford», IBM με τους Αμερικανούς Προέδρους των δύο τελευταίων να τιμώνται για τις υπηρεσίες τους στο Γ' Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού.
Φασιστικά και «δημοκρατικά» κράτη στον πόλεμο
Παρά τις αντιθέσεις τους με τη Γερμανία για το μοίρασμα των αγορών και των αποικιών, τα ισχυρά «δημοκρατικά» (και αποικιοκρατικά, υπενθυμίζω) καπιταλιστικά κράτη συνέβαλαν προπολεμικά καθοριστικά στο γιγάντωμα του ναζιστικού τέρατος, επιδιώκοντας να το αξιοποιήσουν εναντίον της ΕΣΣΔ. Αυτόν το σκοπό υπηρετούσαν η ανοχή απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών περί εξοπλισμών, η έμμεση στήριξή τους στις φιλοναζιστικές δυνάμεις του Φράνκο, η αποδοχή της προσάρτησης της Αυστρίας στη Γερμανία, η υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου το 1938 (με την οποία στην ουσία παρέδιδαν τμήματα της Τσεχοσλοβακίας στους ναζί)6 κ.λπ.
Οι ίδιες επιδιώξεις όμως διατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, με την αποφυγή της παρενόχλησης των Γερμανών που ρίχνονταν στο Ανατολικό Μέτωπο, με την πεισματική άρνηση ανοίγματος του δυτικού μετώπου μέχρι το καλοκαίρι του 1944 (οπότε ο Κόκκινος Στρατός κάλπαζε προς το Βερολίνο) κ.λπ.
Και μετά το τέλος του πολέμου, όμως, τα «δημοκρατικά» καπιταλιστικά κράτη αποτέλεσαν το πιο φιλόξενο έδαφος για τους πρωτεργάτες της ναζιστικής θηριωδίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο κρατικός μηχανισμός της «δημοκρατικής» Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας γέμισε με πρώην ναζιστές, ενώ επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της τέθηκε ο πρώην επικεφαλής της ναζιστής αντισοβιετικής κατασκοπίας, στρατηγός Gelen. Αντίστοιχα, έως το 1961 στη διοίκηση του ΝΑΤΟ υπηρέτησαν 136 Γερμανοί στρατηγοί και ναύαρχοι που είχαν καταδικαστεί ως εγκληματίες πολέμου.
Ο σοσιαλισμός θανάσιμος εχθρός του φασισμού
Η σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση, τα 100 χρόνια της οποίας γιορτάζουμε φέτος, αποτέλεσε την απαρχή της οικοδόμησης μιας κοινωνίας χωρίς το καπιταλιστικό κέρδος και τους πολυεπίπεδους ανταγωνισμούς που συνεπάγεται η επιδίωξή του. Μέσα σε πολύ λίγα χρόνια και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες «ξεχερσώθηκε» το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί ο φασισμός. Καθόλου τυχαίο δεν είναι, άλλωστε, ότι στην ΕΣΣΔ έζησαν ειρηνικά πάνω από 100 έθνη και εθνότητες - πολλά από τα οποία είχαν προαιώνια έχθρα μεταξύ τους πριν το σοσιαλισμό - ενώ σχεδόν ταυτόχρονα με την παλινόρθωση του καπιταλισμού σήκωσαν κεφάλι οι φασιστικές αντιλήψεις και οι κάθε είδους εθνικισμοί.
Από τον ίδιο της τον χαρακτήρα, από την ίδια τη θεμελίωση των σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, η ΕΣΣΔ αποτέλεσε τον πιο θανάσιμο και μάχιμο αντίπαλο του φασισμού. Αυτό το αναγνώριζε από την αρχή και ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος στην ομιλία του (στις 31 Μάρτη 1941) στους στρατηγούς, ενόψει της επίθεσης στην ΕΣΣΔ, προσδιόριζε ως εξής τον χαρακτήρα της:
«Σύγκρουση δύο ιδεολογιών, συντριπτική καταγγελία του μπολσεβικισμού ως κοινωνικό έγκλημα. Ο κομμουνισμός αποτελεί έναν τεράστιο κίνδυνο για το μέλλον. Πρέπει να ξεχάσουμε την καθιερωμένη στρατιωτική συμπεριφορά. Ως στρατιώτες δεν έχουμε τίποτα κοινό με τους κομμουνιστές ούτε πριν ούτε μετά τη μάχη. Πρόκειται για πόλεμο εξόντωσης (...) Αυτός ο πόλεμος θα είναι πολύ διαφορετικός από τον πόλεμο στη Δύση. Στην Ανατολή η βαναυσότητα σήμερα σημαίνει τη δυνατότητα επιείκειας στο μέλλον. Οι διοικητές πρέπει να κάνουν τη θυσία να ξεπεράσουν τις προσωπικές τους αναστολές» (από τις σημειώσεις του στρατηγού Χάλντερ).7
Πράγματι, η αντιμετώπιση των αιχμαλώτων Σοβιετικών στρατιωτών (και ακόμα περισσότερο της πρωτοπορίας τους, των κομματικών στελεχών) ήταν πολύ διαφορετική σε σχέση με τους δυτικούς, ενώ τελείως διαφορετική ήταν και η στάση των ναζιστικών στρατευμάτων κατά την αποχώρησή τους από τα σοβιετικά εδάφη, όπου - σε κραυγαλέα αντίθεση με την αποχώρηση από τα καπιταλιστικά κράτη - έκαιγαν και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.
Οι περισσότεροι των 20 εκατομμυρίων Σοβιετικών νεκρών αποτέλεσαν την αιματηρή απόδειξη της θανάσιμης σύγκρουσης μεταξύ σοσιαλισμού και ναζισμού. Παράλληλα, οι κομμουνιστές στο εσωτερικό της κάθε χώρας αποτέλεσαν την πιο αποφασιστική, συνεπή και μάχιμη αντιναζιστική δύναμη, με χαρακτηριστικό το ρόλο του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στη χώρα μας.
Η εμπειρία του παρελθόντος και του παρόντος επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Μπρεχτ ότι «Το φασισμό μπορεί να τον καταπολεμήσει μονάχα όποιος αρνιέται την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και όλα όσα συνδέονται με αυτή, επομένως όποιος είναι πρόθυμος να παλέψει μαζί μ' εκείνη την κοινωνική τάξη που πολεμάει με όλες τις δυνάμεις της ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία (...). Ο πιο επικίνδυνος, ο μοναδικός πραγματικός εχθρός του φασισμού είναι ο κομμουνισμός, και αυτό το ξέρει και ο ίδιος ο φασισμός».
-----------------------------------
Παραπομπές:
1. Βλέπε M. Gilbert (1992): «Churchill: A Life» (London: Minerva) και L. Picknett et al: «War of the Windsors: A Century of Unconstitutional Monarcy» (Edinburgh: Mainstream Publishing), 2002, σελ. 78.
2. Γ. Δάφνης: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», τ. Β΄, εκδ. «Ικαρος», Αθήνα, 1955, σελ. 182-184.
3. Σπ. Λιναρδάτου, «4η Αυγούστου», «Π.Λ.Ε.», 1967, σελ. 104).
4. Από ομιλία του G. Krupp, 26 Γενάρη 1934, Ντοκουμέντο D-392, Πρακτικά Δίκη Νυρεμβέργης (ΠΔΝ).
5. Ντοκουμέντα EC-450 και US-629, ΠΔΝ.
6. Για περισσότερα βλ. Μ. Ι. Μαΐσκι, «Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;», «Σύγχρονη Εποχή», 2014.

7. War Journal of Franz Halder, vol. VI, σελ. 42 - 43 στην ιστοσελίδα της Combined Arms Research Library.

Με αφορμή το πρόσφατο συνέδριο της εσθονικής προεδρίας της ΕΕ για τα «εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων» επανήλθε στο προσκήνιο όλος ο αντικομμουνιστικός οχετός για την Ιστορία της περιόδου. Η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανιστεί ως υπέρμαχος της αντικειμενικής αλήθειας βαδίζει χέρι - χέρι με τη διαχρονική διαστρέβλωση από τον ίδιο της Σοβιετικής Ιστορίας και με τη συγκάλυψη του πρωταγωνιστικού ρόλου των οργάνων της ΕΕ στην προώθηση του αντικομμουνισμού.

Στο επίκεντρο της διαπάλης με τις αστικές προσεγγίσεις διαστρέβλωσης και αναθεώρησης της Ιστορίας βρίσκεται ο ψεύτικος ισχυρισμός ότι η Σοβιετική Ενωση είναι συνένοχη για το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γιατί υπέγραψε το 1939 το Σύμφωνο μη επίθεσης με τη ναζιστική Γερμανία, το γνωστό Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ.

Αυτός ο ισχυρισμός αποτελεί το βασικό ιστορικό υπόβαθρο της αντιδραστικής θεωρίας των δύο άκρων που επιδιώκει να ταυτίσει τους φασίστες με τους κομμουνιστές και το ταξικό εργατικό κίνημα. H αστική αναθεώρηση επιχειρεί να εμφανίσει ως μόνους ειλικρινείς αντιπάλους του φασισμού την άλλη πολιτική έκφραση της δικτατορίας του κεφαλαίου: Τις αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες (ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία).

Σκόπιμα αποσιωπά το βασικό ιστορικό δίδαγμα της περιόδου του Μεσοπολέμου: ότι όλα τα αστικά καθεστώτα, φασιστικά και «δημοκρατικά», είχαν ως κύριο κοινό αντίπαλό τους τη σοβιετική εξουσία και το επαναστατικό κίνημα παγκόσμια, δηλαδή τις μοναδικές δυνάμεις που πάλευαν για να εξαλείψουν την αιτία που γεννά το φασιστικό ρεύμα, τον μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Η αντικομμουνιστική αιχμή της Συμφωνίας του Μονάχου

Πώς, όμως, οδηγήθηκαν τα πράγματα στην υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ - Ρίμπεντροπ; Παρόλο που η οξύτητα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών έκανε δύσκολη, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, τη δημιουργία ενός ενιαίου αντι-σοβιετικού μπλοκ, οι σχεδιασμοί στα διάφορα ιμπεριαλιστικά επιτελεία περιλάμβαναν ως αναπόσπαστο κομμάτι τους το χτύπημα και το αδυνάτισμα της σοβιετικής εξουσίας.

Το γερμανικό κεφάλαιο επιδίωκε να μετατρέψει τις βαλτικές χώρες σε μια βάση για επίθεση ενάντια στη Σοβιετική Ενωση και να αποσπάσει τη σοβιετική Ουκρανία από την ΕΣΣΔ. Η βρετανική αστική τάξη επιχειρούσε να κατευθύνει την επιθετικότητα της Γερμανίας προς τη Σοβιετική Ενωση, να ενδυναμώσει τις αντι-σοβιετικές τάσεις, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ιαπωνία και την Πολωνία. Η Ιαπωνία προετοιμαζόταν για έναν αντεπαναστατικό πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ενωση στην Απω Ανατολή, πράγμα που βρήκε την έκφρασή του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις ήδη από το 1938 (μάχη της λίμνης Χασάν) και ιδιαίτερα το 1939 (μάχες του Χάλκιν-Γκολ).

Το 1938 αποτέλεσε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική χρονιά, όσον αφορά στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστικών επιτελείων απέναντι στη Σοβιετική Ενωση, αλλά και σχετικά με το πόσο απατηλή ήταν η ελπίδα ότι οι μικρότεροι λαοί μπορούσαν να «ακουμπήσουν» πάνω στα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη για την εθνική ανεξαρτησία τους. Η προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία τον Μάρτη του 1938 αποτέλεσε μια σημαντική δοκιμή, προκειμένου να πληροφορηθούν οι ναζί ποιες θα ήταν οι αντιδράσεις των «δημοκρατικών δυνάμεων». Η Αγγλία και η Γαλλία ούτε σάλεψαν και δύο μήνες μετά την Αυστρία, οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές στράφηκαν προς έναν νέο στόχο: την Τσεχοσλοβακία.

Μπροστά στον ολοκάθαρο κίνδυνο γερμανικής εισβολής στην Τσεχοσλοβακία, η Σοβιετική Ενωση ενημέρωσε την γαλλική κυβέρνηση ότι ήταν έτοιμη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέανε από το σοβιετικο-τσεχοσλοβάκικο σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας του 1935 και να παράσχει ένοπλη υποστήριξη στην Τσεχοσλοβακία. Ζητούσε να πληροφορηθεί τις γαλλικές προθέσεις, μια που ο όρος για ένοπλη βοήθεια ίσχυε μόνο στην περίπτωση που και η Γαλλία, που δεσμευόταν και αυτή με ανάλογο σύμφωνο με την Τσεχοσλοβακία, στρεφόταν εναντίον της Γερμανίας.

Οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, αλλά και της Αγγλίας, όχι μόνο δεν απάντησαν στις σοβιετικές αυτές προτάσεις, αλλά με έμμεσους τρόπους υπονόησαν ότι η καλύτερη λύση για το τσεχοσλοβάκικο ζήτημα ήταν η παραχώρηση της περιφέρειας των Σουδητών στη Γερμανία. Ακολούθησε λίγες μέρες μετά (29 - 30 Σεπτέμβρη) η διαβόητη Συμφωνία του Μονάχου μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας, Αγγλίας και Γαλλίας, συμφωνία που οδήγησε στο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας και σφράγισε ουσιαστικά τη μοίρα της για τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Οι ψευτο-θριαμβολογίες των Αγγλο-Γάλλων ιμπεριαλιστών ότι με τη Συμφωνία, «η παγκόσμια ειρήνη είχε εξασφαλιστεί για 50 χρόνια τουλάχιστον» αποδείχτηκαν πολύ γρήγορα κενό γράμμα. Στην πραγματικότητα, η αιχμή της Συμφωνίας του Μονάχου στρεφόταν εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Η συμφωνία όχι μόνο δεν απομάκρυνε τον κίνδυνο ενός νέου παγκόσμιου πολέμου, αλλά τον έφερνε πιο κοντά.

Οι προσπάθειες της ΕΣΣΔ για την αποτροπή του πολέμου

Ενα σημαντικό γεγονός, που σκόπιμα αποκρύβεται από τους κάθε απόχρωσης σοβιετολόγους, είναι ότι η Σοβιετική Ενωση, παρά την υπογραφή της άθλιας Συμφωνίας του Μονάχου το φθινόπωρο του 1938 (που τινάχτηκε στον αέρα με την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από τους φασίστες τον Μάρτη του 1939), αφιέρωσε το 1939 προσπάθειες αρκετών μηνών προκειμένου να υπογραφεί ένα σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με την Αγγλία και τη Γαλλία, πριν οδηγηθεί τελικά στην υπογραφή του συμφώνου μη επίθεσης με τη Γερμανία.

Ηδη ελάχιστα 24ωρα μετά την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, η σοβιετική πλευρά πρότεινε τη διεξαγωγή συνδιάσκεψης Αγγλίας, Γαλλίας, ΕΣΣΔ, Τουρκίας, Πολωνίας και Ρουμανίας, προκειμένου να συζητηθούν συγκεκριμένες ενέργειες απέναντι σε παραπέρα επιθετικές ενέργειες της Γερμανίας. Η αγγλική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση, ενώ η αντιδραστική πολωνική κυβέρνηση αρνήθηκε να βάλει την υπογραφή της δίπλα σε αυτήν της Σοβιετικής Ενωσης! Αντίθετα, το αμέσως επόμενο διάστημα Αγγλία και Γαλλία προχώρησαν σε παροχή μονομερών εγγυήσεων προς την Πολωνία και τη Ρουμανία, εγγυήσεις που, δίχως τη συμβολή της Σοβιετικής Ενωσης, δεν μπορούσαν να έχουν κανένα πρακτικό αντίκρισμα.

Τελικά, η ίδια η πίεση των εξελίξεων ανάγκασε την Αγγλία και τη Γαλλία να μπουν (με πολύ μεγάλη καθυστέρηση) σε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων, στη βάση της πρότασης που έκανε η Σοβιετική Ενωση στις 17 Απριλίου για τη σύναψη ενός τριμερούς συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας (μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και ΕΣΣΔ) και στρατιωτικής συμφωνίας που να το στηρίζει.

Η πορεία αυτών των διαπραγματεύσεων απέδειξε ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βρίσκονταν μόνο με το ένα πόδι μέσα σε αυτές. Η άρνηση να διεξάγουν τις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο υπ. Εξωτερικών, οι περιορισμένες αρμοδιότητες που εκχωρούσαν στις αντιπροσωπείες τους και η παραπομπή της στρατιωτικής συμφωνίας σε δεύτερο επίπεδο είναι ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές πλευρές της σκόπιμης κωλυσιεργίας, έως και του ανοιχτού σαμποταρίσματος, από μέρους των ιμπεριαλιστών.

Χρειάζεται να αναφερθεί εδώ ότι τον Ιούλη, όταν οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε κρίσιμο σημείο, η αγγλική κυβέρνηση πραγματοποίησε μυστικές συνομιλίες με τους Γερμανούς (το περιεχόμενό τους έγινε γνωστό μετά τον πόλεμο), στις οποίες συζητήθηκαν η πιθανότητα σύναψης ενός συμφώνου μη επίθεσης Αγγλίας - Γερμανίας, μια συμφωνία για κατανομή των σφαιρών επιρροής και εκμετάλλευση των αποικιών, κ.τ.λ.

Η τελική φάση των συνομιλιών στη Μόσχα που αφορούσαν τη στρατιωτική συμφωνία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με τη Σοβιετική Ενωση έδειξε ότι οι κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας δεν ήθελαν στην πραγματικότητα να συνάψουν ένα αποτελεσματικό τριμερές σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Αντίθετα, ποντάριζαν σε έναν πόλεμο μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ενωσης. Από τη μεριά της Σοβιετικής Ενωσης και με τη γερμανική επίθεση στην Πολωνία να θεωρείται σχεδόν δεδομένη, ήταν επιτακτικό να βρεθεί ένας διαφορετικός δρόμος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα καθήκοντα υπεράσπισης του εργατικού κράτους και του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος.

Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι ο ελιγμός της ΕΣΣΔ με την υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότοφ ήταν μονόδρομος, για να εξασφαλιστούν 20 κρίσιμοι μήνες για τη σοβιετική πολεμική προετοιμασία, για να δοθούν με καλύτερους όρους οι μεγάλες μάχες της Μόσχας και του Στάλινγκραντ. Η κόκκινη γραμμή που διατρέχει τη σοβιετική εξωτερική πολιτική είναι η τιτάνια μάχη που δίνει το εργατικό κράτος τη δεκαετία του 1930 για να προλάβει να ολοκληρώσει την πολεμική προετοιμασία του και να καθυστερήσει όσο μπορούσε την αναμενόμενη γερμανική επίθεση. Σ' αυτήν την κατεύθυνση, είχε ιδιαίτερη σημασία να αξιοποιηθούν από τη σοβιετική εξωτερική πολιτική όλες οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ώστε να μη σχηματιστεί ένα ενιαίο μέτωπο στήριξης από όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα της στρατιωτικής επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Οι προβλέψεις του Συμφώνου Μολότοφ - Ρίμπεντροπ σχετικά με την Πολωνία

Εδώ και πολλές δεκαετίες, έχει γίνει πια κοινός τόπος η αντικομμουνιστική συκοφαντία ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα του Συμφώνου μη επίθεσης Σοβιετικής Ενωσης - Γερμανίας ήταν η «από κοινού εισβολή και διαμελισμός της Πολωνίας» τον Σεπτέμβρη του 1939. Δεν μπορούμε, στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου, να εξετάσουμε αναλυτικά το ζήτημα αυτό. Αξίζει όμως να δώσουμε επιγραμματικά τις εξής βασικές πλευρές.
ü  Η πρόβλεψη στο Σύμφωνο μιας γραμμής οριοθέτησης, πέρα από την οποία τα γερμανικά στρατεύματα δεν επιτρεπόταν να εισέλθουν, δημιουργούσε θεωρητικά την δυνατότητα η πολωνική κυβέρνηση να αποσυρθεί, μετά από μια ενδεχόμενη ήττα της, στα ανατολικά εδάφη της Πολωνίας και το πολωνικό κράτος, οπλισμένο και εχθρικό απέναντι στη Γερμανία, να λειτουργήσει ως ένα αμορτισέρ μεταξύ της Γερμανίας και των σοβιετικών συνόρων.
ü  Η ραγδαία όμως κατάρρευση της αστικής πολωνικής κυβέρνησης και του στρατού μέσα σε λιγότερο από 2 εβδομάδες από την γερμανική εισβολή την 1η του Σεπτέμβρη δημιούργησε νέα δεδομένα που δεν επέτρεψαν τέτοιους σχεδιασμούς. Οι λίγες όμως αυτές μέρες ήταν αρκετές για να δείξουν ότι οι χιτλερικοί είχαν και σχέδια εναλλακτικά προς το Σύμφωνο με την Σοβιετική Ενωση, όπως τη δημιουργία μιας «ανεξάρτητης Δυτικής Ουκρανίας» στην ανατολική Πολωνία.
ü  Η πιθανότητα δημιουργίας ενός αντισοβιετικού προτεκτοράτου στα σύνορά της, δεν άφηνε πολλά περιθώρια στη Σοβιετική Ενωση. Ετσι στις 17 Σεπτέμβρη ο Κόκκινος Στρατός πέρασε τα σύνορα και ανέλαβε τον έλεγχο στα ανατολικά εδάφη τού μέχρι τότε πολωνικού κράτους. Εχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι η Σοβιετική Ενωση επέκτεινε με αυτό τον τρόπο την κυριαρχία της σε περιοχές όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν είτε Ουκρανοί, είτε Λευκορώσοι. Επρόκειτο για σοβιετικά εδάφη που είχαν καταληφθεί το 1920 από τον πολωνικό στρατό του Πιλσούντσκι.
Η διαστρέβλωση σχετικά με το Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ, που επιχειρείται από τα επιτελεία της αστικής τάξης, έχει στόχο να τραβήξει την προσοχή μακριά από το γεγονός εκείνο που αποτελούσε πραγματικά μια συμφωνία διαμελισμού: Το Σύμφωνο του Μονάχου, τον Σεπτέμβρη του 1938, με το οποίο Αγγλία και Γαλλία συμφώνησαν στο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Η αγαστή αυτή συνεργασία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στις παραμονές του πολέμου, ανεξάρτητα από το πολιτικό τους καθεστώς, αποκαλύπτει από μια ακόμα σκοπιά ότι κινούνται στις ίδιες ράγες.


Ο φασισμός δεν έχει κάποια δική του υπερταξική ατζέντα, δεν είναι μια δύναμη εχθρική ή ουδέτερη απέναντι στον καπιταλισμό. Είναι σάρκα από τη σάρκα του, αποτελεί γέννημα - θρέμμα του ιμπεριαλιστικού συστήματος, όχημα της διεθνούς αντεπανάστασης. Η εναλλαγή των μορφών διακυβέρνησης στη μια ή την άλλη χώρα απαντά στις αναγκαιότητες του κεφαλαίου στην κάθε δεδομένη συγκυρία. Η πολύμορφη αντιδραστικοποίηση του αστικού πολιτικού εποικοδομήματος, και με τη μορφή της φασιστικής δικτατορίας, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο.

Ο χυδαίος αντικομμουνισμός της ΝΔ και άλλων αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, με αφορμή τις αντικομμουνιστικές εκδηλώσεις της εσθονικής προεδρίας της ΕΕ, όπως και η αυτονόητη απόφαση της κυβέρνησης να μη συμμετάσχει σε αυτές, σε καμιά περίπτωση δεν απαλλάσσουν τον ΣΥΡΙΖΑ από τις ευθύνες και τη συμβολή του στη γενικότερη προσπάθεια αναθεώρησης της Ιστορίας, στη συκοφάντηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, στην αναπαραγωγή της «θεωρίας των δύο άκρων», που εδράζεται στην ταύτιση του κομμουνισμού με το ναζισμό.
Και, βέβαια, δεν παραγράφουν τη συμβολή του στον εξωραϊσμό τέτοιων επικίνδυνων και ανιστόρητων θεωριών, μέσα από την αποθέωση της ΕΕ, που έχει για επίσημη ιδεολογία της τον αντικομμουνισμό. Ειδικά σ' αυτό το τελευταίο, οι ευθύνες της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγάλες.
Χαρακτηριστικό της κυβερνητικής υποκρισίας είναι και το γεγονός ότι εκπρόσωπος της κυβέρνησης είχε παραβρεθεί στις αντίστοιχες περσινές αντικομμουνιστικές εκδηλώσεις στην Μπρατισλάβα, όπως είχε καταγγείλει το ΚΚΕ.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένα από τα Μέσα που στηρίζουν την κυβέρνηση έχουν κάνει σημαία τους τα «εγκλήματα του σταλινισμού», τον οποίο διαχωρίζουν τάχα από τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό, είναι ο «φερετζές» με τον οποίο πλασάρεται στην ΕΕ και σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο η πολεμική στο σοσιαλισμό, η συκοφάντηση των κατακτήσεων και των επιτευγμάτων που είχε η εργατική τάξη και ο λαός στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, παρά τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τις στρεβλώσεις στην ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, που σε μια πορεία οδήγησαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Στόχος είναι να συγκαλυφθούν τα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα που έζησαν και ζουν οι λαοί σε όλο τον κόσμο, να αποκρυφτεί η ανωτερότητα του σοσιαλισμού απέναντι στο σάπιο καπιταλισμό. Κυρίως, όμως, θέλουν να συκοφαντήσουν και να βάλουν εμπόδια στους σύγχρονους ταξικούς αγώνες, στην αμφισβήτηση της αντιλαϊκής πολιτικής του κεφαλαίου, στην οργάνωση της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του.
Διεκδικώντας άλλοθι αριστεροσύνης για την αντιλαϊκή του πολιτική, ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε λάβρος να αποκηρύξει ως ανιστόρητη τη «θεωρία των δύο άκρων». Δεν πέρασε, όμως, πολύς καιρός απ' όταν η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης φιλοξενούσε αρθρογραφία για τις «ακραίες ιδεολογίες», ανακαλύπτοντας σημεία ταύτισης του κομμουνισμού με το ναζισμό.
Έγραφε, μεταξύ άλλων, η «Αυγή» στα μέσα Ιούλη: «Το μίσος που χωρίζει τις ιδεολογίες της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς δεν είναι μίσος πολιτικό, ούτε ταξικό. Είναι μίσος θρησκευτικό. Προκύπτει μάλιστα περισσότερο από τις ομοιότητες και λιγότερο από τις διαφορές τους. Οι ιδεολογίες τους στην πραγματικότητα είναι "κοσμικές" θρησκείες. Οι παλιές θρησκείες είχαν στο κέντρο τους τον Θεό, οι νέες θρησκείες του φασισμού και του σταλινικού κομμουνισμού είχαν στο κέντρο τους το κράτος (...)
Η άκρα αριστερά υποκαθιστά τον Θεό στην ιδεολογία της με το κράτος που θα εφαρμόσει την κοινωνική (ταξική) δικαιοσύνη (...) Αυτή η παιδαριώδης ταξική δικαιοσύνη ναυάγησε στα ρηχά (...) Έτσι οδήγησαν τη Σοβιετική Ένωση στη διάλυση, ενώ πρόσθεσαν στα εκατομμύρια θύματα του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού και τα εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού».
Από την πλευρά της, με αφορμή και τη συζήτηση που προκάλεσε η απόφαση της κυβέρνησης να μη συμμετέχει επίσημα στις αντικομμουνιστικές παράτες της εσθονικής προεδρίας, η ΝΔ αποδίδει στον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά που δεν έχει, αναζητώντας σημεία διαφοροποίησης, μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει τη δική της πολιτική και της στερεί τα εύσημα από τους εργοδοτικούς φορείς και τους ιμπεριαλιστές «συμμάχους», ΗΠΑ και ΕΕ.
Χαράσσουν μεταξύ τους κάλπικες διαχωριστικές γραμμές, ενώ ψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο και διαγκωνίζονται για το ποιος μπορεί καλύτερα να τσακίσει τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα για να εξασφαλίσει την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Υπηρετούν την ΕΕ, που έχει στο DNA της τον αντικομμουνισμό. Αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο χρειάζεται να σταθεί απέναντί τους ο λαός, βλέποντας πίσω από τη σκόνη και τα πλαστά δίπολα.

Για μεθαύριο, Τετάρτη 23 Αυγούστου, προετοιμάζονται οι αντικομμουνιστικές εκδηλώσεις στην πρωτεύουσα της Εσθονίας Ταλίν, με αφορμή την «πανευρωπαϊκή Μέρα Μνήμης για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων», που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της επίσημης χυδαίας αντικομμουνιστικής πολιτικής της για ανιστόρητη εξίσωση του ναζισμού-φασισμού με τον κομμουνισμό και των ναζιστικών-φασιστικών καθεστώτων με τις σοσιαλιστικές χώρες. Τις εκδηλώσεις αυτές, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα, διοργανώνει φέτος η κυβέρνηση της Εσθονίας που ασκεί την προεδρία στην ΕΕ αυτό το εξάμηνο.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της εσθονικής προεδρίας, το εσθονικό υπουργείο Δικαιοσύνης και το «Ινστιτούτο Ιστορικής Μνήμης» της Εσθονίας, διοργανώνει στο Ταλίν φιέστα που θα περιλαμβάνει συνάντηση των υπουργών Δικαιοσύνης ή εκπροσώπων των υπουργείων Δικαιοσύνης και ακολούθως «εκδήλωση μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού» και «συνέδριο» για την «κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα».
Κεντρικός ομιλητής θα είναι Εσθονός ευρωβουλευτής και μέλος ταυτόχρονα του ΔΣ της «Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης». Η «Πλατφόρμα» περιλαμβάνει 55 δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς από 13 κράτη-μέλη της ΕΕ (Σουηδία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Γερμανία, Ολλανδία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Ρουμανία, Βουλγαρία), συν Ουκρανία, Μολδαβία, Ισλανδία, Αλβανία, Καναδά και ΗΠΑ, που επισήμως «ασχολούνται με την έρευνα, την τεκμηρίωση, την ευαισθητοποίηση και την εκπαίδευση σχετικά με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στην Ευρώπη του 20ού αιώνα». Η φιέστα θα ολοκληρωθεί με ...εικαστική έκθεση «Ο κομμουνισμός στον καιρό του» («Communism in its Time»).

Αντιπαράθεση - ξέπλυμα της ΕΕ με χυδαίο αντικομμουνισμό

Εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής αρνήθηκε να συμμετάσχει στη φιέστα, μιλώντας, σε επιστολή του προς την εσθονική προεδρία, για προσπάθεια εξίσωσης του κομμουνισμού και του ναζισμού και σημειώνοντας ότι αυτό «αντίκειται στις αξίες της ΕΕ»(!). Από την άλλη, σαν σε μοιρασμένους ρόλους, ο Δ. Καμμένος, των συγκυβερνώντων ΑΝΕΛ, αναπαρήγαγε σε προσωπικό του ιστολόγιο πλευρές του πιο χυδαίου και πρωτόγονου αντικομμουνισμού, αναμασώντας τη βρώμικη προπαγάνδα περί «σοβιετικής κατοχής» της Εσθονίας και χαρακτηρίζοντας «κομπλεξική» τη μη αναγνώριση του «ολοκληρωτισμού των κομμουνιστικών καθεστώτων».
Η ΝΔ δεν έχασε την ευκαιρία να «στολίσει» τον ΣΥΡΙΖΑ με «προοδευτικά» χαρακτηριστικά που δεν έχει και έριξε την αντικομμουνιστική της χολή, αναπαράγοντας με τη σειρά της την άθλια θεωρία της εξίσωσης του κομμουνισμού με το φασισμό. Τόνισε δε, ότι η μη συμμετοχή της Ελλάδας στο εν λόγω «Διεθνές Συνέδριο» «προσβάλλει τους Έλληνες και Ευρωπαίους πολίτες που διαχρονικά προασπίζονται τα δημοκρατικά ιδεώδη και την πανανθρώπινη αξία της ελευθερίας...».
Στη συζήτηση προφανώς έτρεξε να παρέμβει και η ναζιστική συμμορία της «Χρυσής Αυγής», που δηλώνει την ικανοποίησή της για τις αντικομμουνιστικές φιέστες της ΕΕ, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση, αλλά και τη ΝΔ, με αφορμή τη στάση της τελευταίας το 2006, όταν απέρριπτε την καταδίκη των «κομμουνιστικών εγκλημάτων».
Το δε Ποτάμι, με ανακοίνωσή του, κατηγορεί την κυβέρνηση επειδή δεν αναγνωρίζει «ιστορικά εγκλήματα»...
Τέλος, ο τ. πρόεδρος του ΠΑΣΟΚΕυ. Βενιζέλος, με ανάρτησή του στο διαδίκτυο αναφέρεται στο αντικομμουνιστικό ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου του Απρίλη του 2009 , σημειώνοντας ότι η φιέστα διοργανώνεται σύμφωνα με αυτό και μέμφεται τον υπουργό Δικαιοσύνης, ότι η αιτιολογία που επικαλείται για να μη συμμετάσχει στην αντικομμουνιστική εκδήλωση «έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την αιτιολογία του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». 

Επίσημη πολιτκή της ΕΕ

Θυμίζουμε ότι στις 2/4/2009, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε εγκρίνει ψήφισμα με το οποίο ανακηρύσσει την 23η Αυγούστου ως πανευρωπαϊκή Μέρα Μνήμης «για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων». ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑ.Ο.Σ. είχαν φροντίσει να μη συμμετέχουν καν στη διαδικασία, ενώ η ΝΔ «απείχε». Το ΚΚΕ καταψήφισε και καταδίκασε απερίφραστα το ψήφισμα και την αντικομμουνιστική υστερία. Το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε μεν, φρόντισε όμως με γενικόλογες αναφορές του να αφήσει ανοιχτή την πόρτα σε αντιδραστικούς συνειρμούς. Έκτοτε τέτοιες «εκδηλώσεις μνήμης» γίνονται κάθε χρόνο, ενώ γενικεύονται τα «προγράμματα» σε δήμους, σχολεία, πανεπιστήμια και κάθε λογής ιδρύματα, που με τον πακτωλό χρημάτων της ΕΕ επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία στα μέτρα των καπιταλιστών, με στόχο να ρίξουν λάσπη στο σοσιαλισμό και την εργατική εξουσία, την προοπτική των λαών, «ξεπλένοντας» ταυτόχρονα το ναζισμό και βέβαια τον ίδιο τον καπιταλισμό, αυθεντικό «παιδί» του οποίου είναι και ο ναζισμός.
Η Εσθονία, όπως και συνολικά οι χώρες της Βαλτικής, όπου απαγορεύεται ή περιορίζεται η δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, πρωταγωνιστούν στην προσπάθεια ξεπλύματος του ναζισμού, με τις ευλογίες πάντα της ΕΕ. Στη χώρα αυτή έχει ανεγερθεί μνημείο για τους ναζί, με πρωτοβουλία του «Συνδέσμου των αγωνιστών για την ελευθερία», όπως ονομάζεται ο σύλλογος των Εσθονών που υπηρέτησαν στη χιτλερική 20η μεραρχία Waffen SS (1η Εσθονική). 
Επίσης, η  22α Σεπτέμβρημέρα που απελευθερώθηκε το Ταλίν από τον Κόκκινο Στρατό, έχει ανακηρυχτεί ως «μέρα πένθους» και απαγορεύονται οι «ανάρμοστες εκδηλώσεις», που σημαίνει «σιωπή διά ροπάλου» σε όποιον θελήσει να τιμήσει την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί, όπως γινόταν παλιότερα στο μνημείο του Σοβιετικού στρατιώτη-απελευθερωτή.

Αναμασώντας χρεοκοπημένα ιδεολογήματα με το βλέμμα στο μέλλον
Με «εμβριθείς» αναλύσεις και άρθρα, που αναμάσησαν λίγο - πολύ αυτούσια όλα τα βασικά επιχειρήματα της αστικής προπαγάνδας, υποδέχτηκαν αστοί δημοσιολόγοι και αναλυτές την «επέτειο» των 10 χρόνων από την έναρξη της βαθιάς και συγχρονισμένης διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, τον Αύγουστο του 2007. Η στόχευση των εν λόγω τοποθετήσεων, σήμερα όπως και τότε, αφορά το παρόν και το μέλλον και πολύ λιγότερο το παρελθόν, επιβεβαιώνοντας ότι ο χαρακτήρας της αντιπαράθεσης γύρω από την καπιταλιστική οικονομική κρίση αλλά και την ανάκαμψη κάθε άλλο παρά «ακαδημαϊκός» είναι και φυσικά δεν έχει ουδέτερο, υπερταξικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα των δύο βασικών αντίπαλων τάξεων της κοινωνίας μας, της παρασιτικής, ως προς το ρόλο της στην παραγωγή, αστικής τάξης και της τάξης που παράγει όλο τον πλούτο της κοινωνίας, της εργατικής τάξης.
Με στόχο να κρυφτεί η ουσία...
Πίσω από το παρδαλό συνονθύλευμα των αστικών αναλύσεων που επανήλθαν τις μέρες αυτές, πίσω από τους κάθε είδους επιθετικούς προσδιορισμούς για την κρίση, τους χαρακτηρισμούς περί «τραπεζικής», «χρηματοπιστωτικής», «δημοσίου χρέους», «εξαγόμενης» κρίσης κ.ο.κ., έως και τις «εκλαϊκευτικότερες» και ευφάνταστες εκδοχές περί «καζινοκαπιταλισμού», «κρίσης αξιοπιστίας» και... αξιών, εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει την προσπάθεια να κρυφτεί, πίσω από υπαρκτές ή ανύπαρκτες δευτερεύουσες πλευρές, η ίδια η ουσία. Η νομοτελειακή δηλαδή για τον καπιταλισμό περιοδική εμφάνιση των κρίσεων, καθώς και ο χαρακτήρας τους ως κρίσεων υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου σε συνθήκες όξυνσης των αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Απαντώντας στη μέθοδο αυτή που ακολουθούσαν ήδη από την εποχή του οι αστοί, ο Μαρξ έλεγε πως οι αστοί «προσεγγίζουν κάθε νέα κρίση ως μεμονωμένο φαινόμενο, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ορίζοντα της κοινωνίας και, κατά συνέπεια, αποδίδουν την εμφάνισή της σε γεγονότα, κινήματα και παράγοντες που είναι χαρακτηριστικοί ή φαίνονται να είναι χαρακτηριστικοί για την περίοδο που μόλις ολοκληρώθηκε μεταξύ του προτελευταίου και του τελευταίου κλονισμού. Αν οι φυσικοί φιλόσοφοι ακολουθούσαν την ίδια παιδαριώδη μέθοδο, ο κόσμος μας θα ξαφνιαζόταν ακόμα και με την επανεμφάνιση κάποιου κομήτη»1.
Η «παιδαριώδης» αυτή λογική, βέβαια, έχει την εξήγησή της, μιας που προτάσσοντας διάφορες επιμέρους πλευρές και παρουσιάζοντας την κρίση ως ένα «λάθος» ή ως μια παρεκτροπή, ένα στοιχείο ξένο κατά τ' άλλα στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επιχειρεί να πείσει την εργατική τάξη ότι αφού πρώτα πλήρωσε τα σπασμένα της καπιταλιστικής κρίσης, τώρα, στο κατώφλι ενός νέου γύρου καπιταλιστικής συσσώρευσης, αξίζει τάχα να στρατευτεί στο «όραμα» ενός «δικαιότερου» καπιταλισμού, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος, ικανού να «ισορροπήσει» κάπου ανάμεσα στη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη και την ικανοποίηση των εργατικών - λαϊκών αναγκών.
...ότι η καπιταλιστική κρίση είναι στο DNA του καπιταλισμού
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι τελείως διαφορετική. Κάθε γύρος καπιταλιστικής συσσώρευσης όχι μόνο δεν λύνει τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά αντίθετα τις οξύνει και τις βαθαίνει.
Κάθε καπιταλιστικής κρίσης, εξάλλου, προηγείται από τη μια η συσσώρευση μεγάλων κερδών (όπως π.χ. στην Ελλάδα μέχρι το 2008) και από την άλλη η συσσώρευση ανισορροπιών και αντιφάσεων οι οποίες συνοδεύουν την άναρχη καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτές οι αντιφάσεις, μόλις ξεπεράσουν ένα σημείο, δυσχεραίνουν τις προοπτικές διατήρησης αυτής της υψηλής κερδοφορίας.
Ποιες είναι αυτές οι αντιφάσεις που οδηγούν στο ξέσπασμα της κρίσης; Καταρχήν, μετά από ένα σημείο της γρήγορης καπιταλιστικής συσσώρευσης εκφράζεται η μακροχρόνια τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό συμβαίνει γιατί κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού κατά τη φάση της ανάπτυξης, οι κεφαλαιοκράτες εισάγουν «ανώτερες» μεθόδους παραγωγής, οι οποίες κατά κανόνα επιφέρουν σχετική μείωση της αξιοποίησης εργατικής δύναμης και αντίστοιχη αύξηση της αξιοποίησης μέσων παραγωγής στο σύνολο του κεφαλαίου τους. Παρόλο που οι πιο «πρωτοπόροι» καπιταλιστές πράγματι κερδίζουν από την εισαγωγή αυτών των νέων τεχνολογιών παραγωγής, στο βαθμό που αυτές γενικεύονται σε όλη την οικονομία, οδηγούν σε μείωση του ποσοστού του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου που δαπανάται για τη μίσθωση και την εκμετάλλευση εργατικής δύναμης. Αυτό, όμως, έχει ως συνέπεια τη μείωση του ποσοστού κέρδους, αφού η υπεραξία, το κέρδος γεννιέται μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.
Επίσης, κατά τη φάση της ανόδου οξύνεται η αναρχία στην ανάπτυξη των ξεχωριστών επιχειρήσεων και κλάδων, με συνέπεια τη διάρρηξη των σχέσεων που είναι αναγκαίες για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Τέλος, οξύνεται η αντίθεση μεταξύ της μόνιμης τάσης για όλο και μεγαλύτερη παραγωγή (ως συνέπεια της επιδίωξης του μέγιστου κέρδους) από τη μια και τον περιορισμό της καταναλωτικής ικανότητας, παραγωγικής ή μη, από την άλλη. Αυτές οι αντιφάσεις μάλιστα επιδρούν και η μία πάνω στην άλλη.
Αυτές οι αντιφάσεις, ωστόσο, αποτελούν συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας, εκφάνσεις της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, της αντίθεσης δηλαδή μεταξύ του όλο και πιο κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής από τη μία και της ατομικής ιδιοποίησης του προϊόντος αυτής της παραγωγής από την άλλη. Γι' αυτό η οικονομική κρίση είναι φαινόμενο σύμφυτο με το συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, είναι στο DNA του, γεγονός που αποδεικνύεται πεισματάρικα τους τελευταίους δυο αιώνες. Ετσι, πέρα από τις κάθε φορά ιδιαίτερες πλευρές της κάθε καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αιτία της, αιτία της περιοδικής διακοπής της αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, είναι αυτή ακριβώς η βασική αντίθεση.
Έρχεται, λοιπόν, μια περίοδος που, ακριβώς λόγω της όξυνσης αυτών των αντιθέσεων, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως πλεονάζον, ως περισσευάμενο, ως «υπερσυσσωρευμένο», όχι σε σχέση με κάποιες ανάγκες της κοινωνίας αλλά σε σχέση με την ικανότητα περαιτέρω αύξησής του, περαιτέρω συσσώρευσης με τους ίδιους ρυθμούς. Αυτή η υπερσυσσώρευση εκφράζεται σε όλες τις μορφές του κεφαλαίου (χρηματική, παραγωγική, εμπορευματική). Ακριβώς σε αυτήν την «κοινή πλευρά όλων των οικονομικών κρίσεων» οφείλεται και ο χαρακτηρισμός τους ως κρίσεων υπερσυσσώρευσης.
Η κρίση με τη σειρά της προσφέρει μία βίαιη και προσωρινή επίλυση αυτών των αντιθέσεων, στρώνοντας το έδαφος, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την επόμενη φάση κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. «Η σύγκρουση των αντιτιθέμενων μεταξύ τους παραγόντων βρίσκει κατά περιόδους διέξοδο στις κρίσεις. Οι κρίσεις είναι πάντα μόνο στιγμιαίες βίαιες λύσεις των υπάρχουσων αντιφάσεων, βίαιες εκρήξεις, που αποκαθιστούν για μια στιγμή τη διαταραγμένη ισορροπία»2.
Η εμπειρία τα δέκα αυτά χρόνια επιβεβαιώνει ότι αυτή η «αποκατάσταση» μπορεί να γίνει μόνο μέσω της απαξίωσης παραγωγικών δυνάμεων και κεφαλαίου ή, με άλλα λόγια, μέσω του γνωστού «κουρέματος» του κεφαλαίου σε όλες του τις μορφές: Χρηματικού (π.χ. μη επιστροφή στο ακέραιο δανείων, κούρεμα ομολογιακού χρέους ή απώλεια αξίας λόγω υιοθέτησης πιο υποτιμημένου νομίσματος), παραγωγικού (μείωση της τιμής των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης), εμπορευματικού. Ο,τι περισσεύει για την καπιταλιστική κερδοφορία μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη.
Μέρος του παραγωγικού κεφαλαίου αποτελεί και το μεταβλητό κεφάλαιο, η εργατική δύναμη που εκμεταλλεύεται ο κεφαλαιοκράτης. Ετσι, θεμελιακό συστατικό της αναγκαίας απαξίωσης κεφαλαίου αποτελεί η απαξίωση του μεταβλητού συστατικού μέρους του κεφαλαίου, δηλαδή του εμπορεύματος εργατική δύναμη, όπως επιβεβαιώνει και η πικρή πείρα της εργατικής τάξης της χώρας μας, με τα μαζεμένα αντεργατικά μέτρα που τσάκισαν την τιμή της εργατικής δύναμης, διαμορφώνοντας το «ευνοϊκό περιβάλλον» για την εκ νέου ανάκαμψη των κερδών των καπιταλιστών. Μόνο αυτό το «ξεκαθάρισμα» μπορεί να προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα αναστηλωθεί το ποσοστό κέρδους και θα ξεκινήσει ένας νέος γύρος κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.
«Αγαπημένες» απάτες...
Αυτά ακριβώς προσπαθούν να κρύψουν οι αναλύσεις αστικών επιτελείων και οπορτουνιστών. Μια από τις πλέον αγαπημένες θεωρίες γι' αυτό, που κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση στις αστικές αναλύσεις περί της κρίσης, είναι πως η αιτία της βρίσκεται στην κερδοσκοπία και η έξοδος από αυτή στον περιορισμό και έλεγχό της. Θεωρίες που πάνε χέρι - χέρι με τα ιδεολογήματα περί «καζινοκαπιταλισμού» και «χρηματιστικοποίησης της οικονομίας». Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε όλα τα προηγούμενα χρόνια πως «το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν τα υπερκέρδη που συσσωρεύονταν στο τραπεζικό σύστημα ή στα χρηματιστήρια, σε αντίθεση με το κέρδος στη βιομηχανία, στην παραγωγή», προσθέτοντας στο πρόσφατο 2ο Συνέδριο πως «η μνημονιακή πενταετία παρόξυνε τα ιστορικά βιομηχανικής αποδόμησης και απαξίωσης του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, με αποτέλεσμα τη μείωση του ήδη μικρού ποσοστού της βιομηχανίας και μεταποίησης στο ΑΕΠ και την απασχόληση».
Σχολιάζοντας τις θεωρίες αυτές, ο Μαρξ έλεγε: «Οι οικονομολόγοι που προφασίζονται ότι εξηγούν τους τακτικούς σπασμούς της βιομηχανίας και του εμπορίου με την κερδοσκοπία, μοιάζουν με την εξαφανισμένη πια σχολή των φυσικών φιλοσόφων που θεωρούσαν τον πυρετό ως την πραγματική αιτία όλων των ασθενειών»3.
Η απομόνωση των φαινομένων της πίστης, της χρηματικής κυκλοφορίας από την οικονομική τους βάση και η ανάδειξή τους σε τελική αιτία της καπιταλιστικής κρίσης αποτελεί υπεραπλούστευση - αν όχι συνειδητή απάτη. Με την αναγωγή της κερδοσκοπίας σε βασική αιτία της κρίσης, οι αστοί και οι οπορτουνιστές δαιμονοποιούν τη λεγόμενη κερδοσκοπική ασυδοσία με στόχο την αγιοποίηση, την περιφρούρηση του βασικού, της «άγιας μήτρας»: Του κριτηρίου του κέρδους ως κριτηρίου παραγωγής, του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που στηρίζεται σε αυτό το κριτήριο.
Για να πετύχουν αυτήν την αγιοποίηση, αποκόβουν τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα φαινόμενα της παραγωγής, που είναι και τα πρωταρχικά, με αυτά της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του χρήματος. Αποκρύβουν ότι το καρκίνωμα της κρίσης γεννιέται στην παραγωγή ως αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, ενώ απλώς εκφράζεται στην κυκλοφορία.
Προκειμένου να «βγάλουν λάδι» το καπιταλιστικό κέρδος ως εκμεταλλευτική σχέση μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργατών, δαιμονοποιούν μια συγκεκριμένη μορφή του, το τραπεζικό κέρδος, αγιοποιώντας μία άλλη μορφή του, το βιομηχανικό. Κρύβουν ότι αυτό που φαίνεται ως «χρηματοπιστωτικός παρασιτισμός» έχει τις ρίζες του στη μετοχική εταιρεία, ότι ο παρασιτισμός στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του χρήματος αποτελεί συνέπεια της παρασιτικής φύσης της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, της εμφάνισης της μετοχικής εταιρείας, στη βάση της οποίας λαμβάνουν χώρα, στη σύμφυση στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, στο οποίο βρίσκεται και η χώρα μας, του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου.
Μια ματιά στα όσα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, για το νέο «παραγωγικό μοντέλο» που θα είναι τάχα βασισμένο στην «υγιή επιχειρηματικότητα» και το «θεμιτό» κέρδος από τις επενδύσεις στην καπιταλιστική παραγωγή, σε αντίθεση με τον «ανήθικο» καπιταλισμό και το «αθέμιτο» κέρδος λόγω κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κρίση, αρκεί για να επιβεβαιώσει το μέγεθος της απάτης.
...και ιδεολογήματα
Εξίσου «αγαπημένο» είναι και το ιδεολόγημα ότι η καπιταλιστική κρίση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί με μια άλλη διαχείριση, προσπαθώντας να αποδώσουν την κρίση στη λανθασμένη οικονομική πολιτική, στους λανθασμένους πολιτικούς χειρισμούς, στον τρόπο διαχείρισης του συστήματος και όχι στο ίδιο το σύστημα.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σε πρόσφατο άρθρο της, η «Αυγή» έγραφε πως η κρίση έδειξε «μία σοβαρή διαφοροποίηση: από τη μία πλευρά τα - έστω και αργά, αλλά πάντως όχι σε "μοιραίο" βαθμό, ετοιμότητας - ανακλαστικά και των διεθνών αγορών και των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια κρίση, η οποία εξήχθη από τις ΗΠΑ. Και από την άλλη τα ανύπαρκτα ανακλαστικά του ελληνικού κράτους», κατηγορώντας την τότε κυβέρνηση ΝΔ ότι «όταν πανευρωπαϊκά ο προβληματισμός συνίστατο σε μια σφιχτή δημοσιονομική πειθαρχία, η κυβέρνηση μοίραζε λεφτά» και ότι «από την πλευρά της δεν γινόταν απολύτως τίποτε για την τιθάσευση των τριών παραγόντων του δημοσιονομικού φαύλου κύκλου "δαπάνες - ελλείμματα - χρέος", κάτι που ουσιαστικά ακύρωνε σε επίπεδο εθνικής οικονομίας τα όποια μέτρα στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα». Με άλλα λόγια, η «Αυγή» κατηγορεί την τότε κυβέρνηση Καραμανλή ότι δεν πήρε έγκαιρα τα μέτρα τσακίσματος της εργατικής δύναμης και ήρθαν μαζεμένα με τα μνημόνια για να θωρακιστεί η καπιταλιστική οικονομία. Πρόκειται, εξάλλου, για επιχείρημα που ο ΣΥΡΙΖΑ επεκτείνει στο «αύριο» της καπιταλιστικής ανάκαμψης, καλώντας το λαό να διαλέξει ποια αστική πολιτική δύναμη θα διαχειριστεί την επόμενη μέρα του κεφαλαίου.
Εκείνο βέβαια που κάνουν, αξιοποιώντας και το γεγονός ότι όντως η πολιτική αντεπιδρά στην οικονομία, διευκολύνοντας ή δυσχεραίνοντας προσωρινά την εκδήλωση των οικονομικών νόμων, είναι να αναποδογυρίζουν την πραγματικότητα, για να κρύψουν πως το πρωταρχικό είναι οι ίδιες οι νομοτέλειες και η κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας, που καμία αστική διαχείριση, σοσιαλδημοκρατική, νεοκεϊνσιανή ή άλλη, δεν μπορεί να αλλάξει, όπως επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι καμία μορφή αστικής διαχείρισης δεν έχει καταφέρει να αποτρέψει την περιοδική εμφάνιση των κρίσεων.
Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να έχουν καμία αυταπάτη ότι θα βελτιωθεί η ζωή τους με το ένα ή το άλλο «μείγμα» αστικής οικονομικής πολιτικής, ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Σήμερα επιβεβαιώνεται πως η έξοδος από την κρίση και η αντίστοιχη ανάπτυξη θα γίνει πάνω στο έδαφος των μισθών πείνας, στο έδαφος των συμβάσεων μήνα, βδομάδας και μέρας, στο έδαφος των απελευθερωμένων απολύσεων, στο έδαφος της πλήρους ασυδοσίας του κεφαλαίου.
Ετσι είτε αλλιώς, η καπιταλιστική κρίση αποτελεί ένδειξη ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής «έχει φάει τα ψωμιά του» εδώ και χρόνια. Με τη σειρά του επιβεβαιώνει ότι η διέξοδος για την εργατική τάξη δεν μπορεί να αναζητηθεί σε κάποια «δίκαιη» καπιταλιστική ανάπτυξη που προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη, βαθύτερη καπιταλιστική κρίση, αλλά στην ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, στην εξάλειψη της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής, στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της αναλογικά διευρυνόμενης παραγωγής, με στόχο την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών. Με δύο λόγια, μόνο με την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας.
Παραπομπές:
1 Μαρξ - Ενγκελς: «Κείμενα για την οικονομική κρίση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 152-153
2. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σ. 315

3. Μαρξ - Ενγκελς: «Κείμενα για την οικονομική κρίση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 98-99

MKRdezign

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget