Articles by "ΠΑΙΔΕΙΑ"
20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΓΡΟΤΕΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΑΝΕΛ ΑΝΕΡΓΙΑ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΡΘΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΒΙΝΤΕΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ ΒΟΥΛΗ ΓΑΛΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ Δ.Ν.Τ. ΔΑΝΕΙΑ ΔΑΝΙΑ ΔΕΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΕΣ ΕΒΕ ΕΕΔΥΕ ΕΙΡΗΝΗ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2015 ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΩΤΗΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΥΡΩΒΟΥΛΗ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΗΠΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΙΡΑΚ ΙΡΑΝ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗ ΛΙΑΝΑ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΚΕ ΚΝΕ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΜΕΠ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΛΟΚΑ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ν.Δ ΝΑΤΟ ΝΕΟΛΑΙΑ ΝΕΟΝΑΖΙ ΟΑΕΔ ΟΓΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΟΤΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΜΕ ΠΑΣΕΒΕ ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΠΟΕ-ΟΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΡΩΣΙΑ ΣΕΒ ΣΕΡΒΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ Ε.Ε. ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΣΥΡΙΑ ΣΥΡΙΖΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΡΑΜΠΟΥΚΙΣΜΟΙ ΤΡΟΜΟΚΤΑΤΙΑ ΤΣΙΠΟΥΡΟ ΥΓΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΧΙΟΜΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ TV


Τις τελευταίες μέρες βρίσκονται σε εξέλιξη κινητοποιήσεις στο χώρο της Εκπαίδευσης με αιχμή το ζήτημα της «μόνιμης και σταθερής δουλειάς». Στις κινητοποιήσεις αυτές τον τόνο δίνουν, με τη συμμετοχή τους, οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Η κυβέρνηση «υποδέχτηκε» τους εκπαιδευτικούς, στο υπουργείο, με ΜΑΤ και χημικά, επιβεβαιώνοντας ότι η αντιλαϊκή πολιτική πάει χέρι - χέρι με την καταστολή.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ εξαπάτησε με τις εξαγγελίες μόνιμων διορισμών στην Εκπαίδευση, που δεν πραγματοποίησε, όπως άλλωστε και οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ - ΠΑΣΟΚ. Η σημερινή κυβέρνηση προχώρησε σε νέα πλήγματα στα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών και στη λειτουργία του σχολείου(βλ. Υπουργικές Αποφάσεις για Ολοήμερα Δημοτικά και Νηπιαγωγεία, νέο ωρολόγιο πρόγραμμα Γυμνασίου, αναθέσεις μαθημάτων, ρυθμίσεις για την Ειδική Αγωγή κ.ά.) που είχαν στόχο και τον περιορισμό των αναγκών σε εκπαιδευτικούς.
«Στρατός» εργαζομένων σε καθεστώς διαρκούς ομηρίας
Τη φετινή χρόνια προσλήφθηκαν περίπου 23.000 συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων με διάφορες σχέσεις εργασίας (ΕΣΠΑ, ΠΔΕ, Ωρομίσθιοι, Μειωμένου Ωραρίου κ.τ.λ.), για να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες λειτουργίας των σχολείων. Ακόμα και σήμερα, Μάρτη μήνα, υπάρχουν κενά στα σχολεία. Πάνω από 25.000 είναι οι εκπαιδευτικοί που «ανακυκλώνονται», τα τελευταία μόνο χρόνια, ανάμεσα στην εργασία και την ανεργία. Στην ουσία, οι αναπληρωτές αναπληρώνουν κάθε χρόνο τον ίδιο τους τον εαυτό. Χιλιάδες ακόμα συνάδελφοι «λιμνάζουν» στους πίνακες τις αδιοριστίας, χωρίς να έχουν εργαστεί ούτε μια ώρα στο δημόσιο σχολείο.
Οι συμβασιούχοι στην Εκπαίδευση έρχονται να προστεθούν πλάι στους χιλιάδες ελαστικά εργαζόμενους στην Υγεία, την Τοπική Διοίκηση και τον υπόλοιπο κρατικό τομέα. Μιλάμε για έναν πραγματικό «στρατό» εργαζομένων που δεν γνωρίζει τι σημαίνει «μόνιμη δουλειά», που ζει κάτω από καθεστώς ανασφάλειας και διαρκούς ομηρίας.
Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί κάθε Ιούνη απολύονται. Είναι αμφίβολο αν θα πάρουν επίδομα ανεργίας. Αν αρρωστήσουν πάνω από 15 μέρες χάνουν από την προϋπηρεσία τους. Από τη μέρα της απόλυσης μέχρι και την έναρξη της επόμενης σχολικής χρονιάς, ζουν με την ανασφάλεια του αν, του πότε και του πού θα εργαστούν. Τα έξοδα της συνεχόμενης μετακίνησης από πόλη σε πόλη και από περιοχή σε περιοχή είναι μεγάλα. Η διάλυση, κάθε χρόνο, της παιδαγωγικής σχέσης με τους μαθητές δεν είναι εύκολο πράγμα. Για παράδειγμα, στον τομέα της Ειδικής Αγωγής, που η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών είναι αναπληρωτές, η κρίσιμη παιδαγωγική σχέση που χρειάζεται να χτιστεί ανάμεσα στον μαθητή και τον εκπαιδευτικό και η οποία απαιτεί χρόνο, σπάει βίαια κάθε χρόνο με την απόλυση.
Αυτά τα υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα δημιουργούν οργή, αγανάκτηση και ορισμένες αγωνιστικές διαθέσεις. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Οι όροι δουλειάς και ζωής, που δυσκολεύουν όλο και περισσότερο στις σημερινές συνθήκες, είναι το αντικειμενικό έδαφος επάνω στο οποίο αναπτύσσονται και θα αναπτυχθούν οι αγώνες των εργαζομένων, οι διεκδικήσεις τους, η πάλη για τις ανάγκες τους.
Πάλη για μόνιμη και σταθερή δουλειά
Στο έδαφος αυτό, οι κομμουνιστές, οι αγωνιστές του ταξικού κινήματος δρουν και πρωτοστατούν. Εχουν την ευθύνη να μπολιάζουν το περιεχόμενο της πάλης με αιτήματα και στόχους που αμφισβητούν την πολιτική που γεννά την ελαστική εργασία, την ανασφάλεια και τις απολύσεις, φωτίζοντας το δρόμο που δίνει τελικά λύση, που απαντά και ικανοποιεί τις λαϊκές ανάγκες στη μόρφωση, τη δουλειά και τη ζωή και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την εξουσία του κεφαλαίου.
Η πάλη για μόνιμη και σταθερή εργασία πηγαίνει ευθέως κόντρα με τη στρατηγική της ΕΕ, των καπιταλιστών και του αστικού κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν, ως μέσο για την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, την πλήρη ευελιξία της εργατικής δύναμης παντού, ώστε να βρίσκουν φτηνούς και ευέλικτους εργαζόμενους, όποτε και όπως επιθυμούν.
Η πάλη για τη μόνιμη και σταθερή δουλειά, για τους όρους εργασίας, τους μισθούς, τις Συλλογικές Συμβάσεις, είναι κρίσιμα για την παρέμβασή μας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ειδικά στο χώρο της Εκπαίδευσης αυτή η πάλη δένεται άμεσα με τις διεκδικήσεις μας για τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών, για τη στήριξη της λειτουργίας του σχολείου σε υποδομές και προσωπικό από το κράτος και όχι από τις τσέπες των γονιών, για το ανέβασμα των σύγχρονων μορφωτικών απαιτήσεων, για ολόπλευρη γνώση και διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς.
Αυτή η πλευρά χρειάζεται να φωτιστεί ακόμα περισσότερο!
Βρισκόμαστε σε σύγκρουση με το κυρίαρχο επιχείρημα όλων των κυβερνήσεων: «Είναι υπερβολικό να ζητάτε μόνιμους διορισμούς σε περίοδο κρίσης και δημοσιοοικονομικής στενότητας». Αποδοχή αυτής της λογικής σημαίνει: Συμβιβασμός με την αδιοριστία και τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, με τα τμήματα των 25 και 28 μαθητών, με τις ελλείψεις σε νηπιαγωγούς, δασκάλους και καθηγητές όλων των ειδικοτήτων, με τη μετατροπή της Ειδικής Αγωγής σε ατομική υπόθεση κάθε οικογένειας. Παλεύουμε ώστε να μπορούν όλα τα παιδιά να έχουν την παιδαγωγική στήριξη και φροντίδα που χρειάζονται και να μην «παρκάρονται» στη γωνία του εκπαιδευτικού συστήματος με το στίγμα της σχολικής αποτυχίας.
Οι δυνάμεις του ταξικού κινήματος, σωματεία, Επιτροπές Αγώνα, εκλεγμένοι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, έχουν σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της πάλης, στη μαζικοποίηση αλλά και τον προσανατολισμό αυτών των κινητοποιήσεων. Από την αρχή της χρονιάς, κόντρα στις ηγεσίες της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ, πήραμε πρωτοβουλίες οργάνωσης της πάλης π.χ. πανελλαδική κινητοποίηση τις 29/9. Προτείναμε και στηρίξαμε με όλες μας τις δυνάμεις τις δύο μεγάλες κινητοποιήσεις στις 2 και 16 Μάρτη. Επιδιώξαμε να υπάρξει οργάνωση των συμβασιούχων από τα κάτω σε επίπεδο Συλλόγου και ΕΛΜΕ, σε αντιπαράθεση με την υπονομευτική τακτική πολλών πλειοψηφιών ακόμα και σε ΔΣ σωματείων. Αυτή η προσπάθεια αποτελεί παρακαταθήκη για τη συνέχεια.
Ενα σημαντικό τμήμα συναδέλφων αποδέχεται το πλαίσιο πάλης που προτείνουμε για: Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους, 25.000 άμεσους μόνιμους διορισμούς, για να καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες των σχολείων, μονιμοποίηση όλων των αναπληρωτών, καμία απόλυση συμβασιούχου. Εξίσωση των εργασιακών δικαιωμάτων με τους μόνιμους και μέτρα στήριξης των αναπληρωτών (στέγαση, σίτιση, μετακίνηση). Αυτό το πλαίσιο πάλης βοηθάει, έως ένα βαθμό, να ξεπερνιούνται οι επιμέρους αντιθέσεις ανάμεσα σε διάφορες υποομάδες συμβασιούχων. Λειτουργεί αποκαλυπτικά για τη στάση των άλλων δυνάμεων π.χ. της πλειοψηφίας της ΟΛΜΕ, που μιλά για πιο αναλυτικά κριτήρια διορισμών, δηλαδή για απολύσεις αναπληρωτών ή για τις «Παρεμβάσεις»/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες δυνάμεις που μιλάνε για διορισμούς με βάση το πτυχίο και την προϋπηρεσία (δηλαδή πρώτα συμβασιούχος και μετά μόνιμος).
Οι κομμουνιστές να ηγηθούν της προσπάθειας οργάνωσης της πάλης
Ενα μεγάλο τμήμα των αναπληρωτών είναι νέο ηλικιακά, δεν έχει πείρα από αγώνες, δεν έχει εμπιστοσύνη στα συνδικάτα και είναι επιφυλακτικό ως προς την οργανωμένη δράση μέσα από τα σωματεία. Εχει διάθεση να παλέψει, αλλά απογοητεύεται πιο εύκολα. Αρκετοί απ' αυτούς τους συναδέλφους στήριξαν εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2015, έχοντας την ελπίδα να κάνει πράξη ορισμένες από τις υποσχέσεις του. Αυτοί οι συνάδελφοι είναι το πιο νέο τμήμα του κλάδου, που μπορεί με τη στάση και δράση του να αλλάξει την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Χρειάζεται να του δείξουμε εμπιστοσύνη και να δεθούμε μαζί του. Να συμβάλλουμε θετικά, ώστε να κάνει βήματα στη συνείδησή του. Να κάνει τελικά επιλογές υπέρ του αγώνα που βάζει στο επίκεντρο τις σύγχρονες λαϊκές και μορφωτικές ανάγκες.
Οι κομμουνιστές, οι αγωνιστές του ταξικού κινήματος, οι συνάδελφοι που συσπειρώνονται στα ψηφοδέλτια της «Αγωνιστικής Συσπείρωσης Εκπαιδευτικών» (που στηρίζει το ΠΑΜΕ), έχουν τη δυνατότητα σε κάθε σύλλογο να ηγηθούν της προσπάθειας οργάνωσης της πάλης. Να «οργώσουν» κυριολεκτικά τα σχολεία, ειδικά εκεί που εργάζονται αρκετοί αναπληρωτές (Ειδικά, Μουσικά κ.ά.).
Οι συνάδελφοι αναπληρωτές είναι σημαντικό να αναγνωρίζουν στα πρόσωπα των αγωνιστών του ταξικού κινήματος τους πρωταγωνιστές ενός δίκαιου και σημαντικού αγώνα, που αφορά τους ίδιους αλλά και τους μαθητές μας. Ετσι μπορούν να δυναμώσουν οι δεσμοί μας με τους συμβασιούχους, να γνωρίσουμε από κοντά τα προβλήματά τους, να παλέψουμε μαζί τους γι' αυτά. Είναι πραγματικά άξιες λόγου οι προσπάθειες που έγιναν π.χ. στην ΕΛΜΕ Πειραιά πριν λίγους μήνες και είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση απολύσεων αναπληρωτριών ειδικών κατηγοριών, η προσπάθεια στην Κοζάνη που έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της εγκύου συναδέλφου που δεν δικαιούνταν άδεια, η πρωτοβουλία για τη μετακίνηση της μητέρας διδύμων από τις Οινούσσες στη Χίο για να είναι κοντά στα παιδιά της. Οπως, επίσης, οι πρωτοβουλίες των σωματείων της Αττικής για την προστασία της μητρότητας και τις άδειες στις 8 Μάρτη, οι προσπάθειες για συσκέψεις οργάνωσης της πάλης και ανταλλαγής πείρας ανάμεσα σε σωματεία και συνδικαλιστές, τα γράμματα των σωματείων προς τους γονείς κ.ά.
Τέτοια παραδείγματα πρωτοβουλιών και αγωνιστικών παρεμβάσεων, που θα φέρνουν και συγκεκριμένα αποτελέσματα, θα βοηθήσει να πολλαπλασιαστούν.
Να μετρήσουμε βήματα στην υπόθεση της ανασύνταξης του κινήματος
Είναι σημαντικό να δυναμώσει το μέτωπο με λογικές που εμφανίστηκαν μπροστά στις κινητοποιήσεις, όπως: «Εξω τα σωματεία και έξω οι συνδικαλιστές από τις κινητοποιήσεις», «οι αναπληρωτές για τους αναπληρωτές» κ.ά. Αυτές οι λογικές, παρότι δεν κυριάρχησαν, είχαν και έχουν στόχο να αποκόψουν συναδέλφους που κινητοποιούνται από τα σωματεία και το ταξικό κίνημα, γι' αυτό και καλλιεργήθηκαν από την κυβέρνηση, από συνδικαλιστές και ομάδες που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό οι αποφάσεις για τη δράση των σωματείων, για το περιεχόμενο και τις μορφές πάλης με τις οποίες θα κινητοποιηθούν, να παίρνονται έξω και μακριά από αυτά, σε ονομαζόμενες «συνελεύσεις αγώνα» που πραγματοποιούνται μετά από συγκεντρώσεις και δεν εκπροσωπούν τους χιλιάδες αναπληρωτές συναδέλφους, ούτε τα πρωτοβάθμια σωματεία. Δεν έχουμε το δικαίωμα να επιτρέψουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα σωματεία μας να μετατραπούν σε «πλατείες», όπως ορισμένες δυνάμεις επιδιώκουν.
Μέσα στην πάλη, έχουμε τη δυνατότητα να μετρήσουμε απτά βήματα στην υπόθεση της ανασύνταξης του κινήματος, στην αλλαγή των συσχετισμών στους Συλλόγους και τις ΕΛΜΕ. Να χάσουν έδαφος οι δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού που αποτελούν σημαντικό τροχοπέδη στην ανάπτυξη και τον προσανατολισμό των αγώνων. Το σωματείο να γίνει το επίκεντρο οργάνωσης της πάλης. Να ριζώσει μέσα στα σωματεία η «Πρωτοβουλία Αναπληρωτών, Ωρομίσθιων και ελαστικά εργαζομένων στην Εκπαίδευση», με τη συγκρότηση νέων Επιτροπών Αγώνα σε επίπεδο σωματείου.
Είμαστε αισιόδοξοι ότι οι προσπάθειές μας θα έχουν αποτελέσματα. Το Πρόγραμμα και οι θέσεις του ΚΚΕ δίνουν απαντήσεις στις αιτίες της σημερινής κατάστασης, στους στόχους των αλλαγών στο σχολείο, στο ρόλο που θέλει το σύστημα για τον εκπαιδευτικό. Φωτίζουν την αδήριτη πραγματικότητα, που μας δείχνει πως τελικά πίσω από κάθε πρόβλημα είναι το ίδιο το σύστημα. Μια κοινωνία που έχει στο επίκεντρο τις ανάγκες της κοινωνίας και του παιδιού, εχθρεύεται από θέση αρχής τις σημερινές άθλιες εργασιακές σχέσεις με τις οποίες εργάζονται οι αναπληρωτές, αλλά και την ανεργία των σημερινών και μελλοντικών αποφοίτων των σχολών.
Ακόμα πιο αποφασιστικά δίνουμε όλες τις δυνάμεις για την επιτυχία της νέας πανελλαδικής κινητοποίησης την Παρασκευή 30 Μάρτη στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Η πάλη των εκπαιδευτικών για τα σύγχρονα μορφωτικά δικαιώματα είναι χρέος πρώτα απ' όλα απέναντι στη νέα γενιά.
Αυτό δεν μας επιτρέπεται να το αμελήσουμε!

Του
Σπύρου ΜΑΡΙΝΗ*
Ο Σπύρος Μαρίνης είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ και μέλος του ΔΣ της ΔΟΕ

«Πάρτε πίσω το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση» τονίζει σε ανακοίνωσή του το Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών για το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας για την Ανώτατη Εκπαίδευση.
Αναφέρει μεταξύ άλλων πως «βάζει δίδακτρα σε όλα τα μεταπτυχιακά (ακόμα και σε αυτά που δεν υπάρχουν) μετατρέποντας και με τη βούλα τα ιδρύματα σε μαγαζιά και τους φοιτητές σε πελάτες» πως «ενισχύει την επιχειρηματική λειτουργία σε ΑΕΙ και ΤΕΙ» και σημειώνει ότι «είναι γελασμένοι στην κυβέρνηση αν νομίζουν ότι δεν θα αντιμετωπίσει την οργανωμένη αντίσταση φοιτητών και σπουδαστών μαζί με το λαό»
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
«Το νομοσχέδιο για την ενιαία ανώτατη εκπαίδευση είναι η εφαρμογή του 4ου μνημονίου στην παιδεία, η συνέχεια της επίθεσης που κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και η ΕΕ έχουν εξαπολύσει για να εξασφαλίσουν την ανάπτυξη των κερδών των μεγαλοεπιχειρηματιών.
Μετά το 4ο μνημόνιο και την ψήφιση των προαπαιτούμενων σε άσχετο νόμο για τα ψάρια που έφερε η κυβέρνηση, τώρα στο κατακαλόκαιρο με κλειστά τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ φέρνει νομοσχέδιο για την ανώτατη εκπαίδευση. Νομίζει ότι εάν το “περάσει νύχτα”, θα μας κάνει στην άκρη και δεν θα αντιμετωπίσει την οργανωμένη αντίσταση φοιτητών και σπουδαστών μαζί με το λαό. Είναι γελασμένοι!
Τι φέρνει το νομοσχέδιο του 4ου μνημονίου:
1. Βάζει δίδακτρα σε όλα τα μεταπτυχιακά (ακόμα και σε αυτά που δεν υπάρχουν) μετατρέποντας και με τη βούλα τα ιδρύματα σε μαγαζιά και τους φοιτητές σε πελάτες.
2. Ενισχύει την επιχειρηματική λειτουργία σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, σημαίνει ιδρύματα μαγαζιά που αν δεν βγαίνουν οικονομικά θα κλείνουν ή θα υπολειτουργούν. Στα ακαδημαϊκά συμβούλια θα σχεδιάζουν με τους επιχειρηματίες και φορείς πώς τα ιδρύματα θα συμβάλλουν στην ντόπια αγορά μακριά από τις ανάγκες του λαού και των φοιτητών για μόρφωση και δουλειά.
3. Δημιουργούν ακόμα περισσότερα πτυχία πολλών ταχυτήτων -διαβατήρια- για την κακοπληρωμένη δουλειά χωρίς δικαιώματα. Θεσμοθετούν τα διετή προγράμματα σπουδών, πολλαπλασιάζουν τα προγράμματα κατάρτισης - δια βίου εκμετάλλευσης. Αποσυνδέουν πλήρως το πτυχίο από το επάγγελμα, οι απόφοιτοι θα είναι σε συνεχές κυνήγι πιστοποιητικών και βαθμίδων μήπως και καταφέρουν να δουλέψουν σε αυτό που σπούδασαν.
4. Τα νέα βαφτίσια που κάνουν στα ΤΕΙ (με τις αλλαγές στα ονόματα των οργάνων διοίκησης και των καθηγητών) δεν απαντούν στις αγωνίες και τα μεγάλα προβλήματα των σπουδαστών στα ΤΕΙ. Τα εμπόδια για να σπουδάσουμε παραμένουν, η υποχρηματοδότηση και οι ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές είναι τεράστιες, δημιουργούν εκρηκτική κατάσταση στις σχολές μας.
Έχουμε πόλεμο με την κυβέρνηση και τους συμμάχους της!
Ο ψευτοκαυγάς που στήνεται μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ δεν έχει σχέση με την ουσία του νομοσχεδίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει και προωθεί τους νόμους που ΝΔ - ΠΑΣΟΚ θέσπισαν τα προηγούμενα χρόνια. Μαζί με τις πρυτανικές αρχές και μερίδα καθηγητών συμφωνούν στην επιχειρηματική λειτουργία των ΑΕΙ και ΤΕΙ, στην κατηγοριοποίηση αποφοίτων και ιδρυμάτων, στις κατευθύνσεις της ΕΕ. Ο κουρνιαχτός, που σηκώνει η ΝΔ με αφορμή το άσυλο, δείχνει τον πόθο της να εφαρμόσει η ίδια καλύτερα τα επιχειρηματικά συμφέροντα, βάζοντας αστυνόμους στις σχολές. Ενώ είναι προκλητικό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, που στήνει νέα μαθητοδικεία, ρίχνει χημικά στους συνταξιούχους και προωθεί την κατάργηση της απεργίας, να “υπερασπίζεται” τις αξίες του ασύλου!
Οι φοιτητές και σπουδαστές μέσα από τους συλλόγους τους είναι η δύναμη στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ που μπορεί να τα βάλει με την αντιλαϊκή πολιτική όλων των κυβερνήσεων, να αποτρέψει την κατάργηση του ασύλου, να ανοίξει δρόμο για το δικαίωμά μας στη μόρφωση και τη δουλειά, σε γραμμή σύγκρουσης με τα συμφέροντα των επιχειρηματιών.
Δεν θα μας πιάσουνε στον ύπνο!
Διεκδικούμε τις σπουδές που έχουμε ανάγκη!
Διεκδικούμε τώρα
Όλη η απαραίτητη για το επάγγελμα γνώση στο πτυχίο, όχι στη μεταφορά γνώσης εκτός πτυχίου σε πανάκριβα πιστοποιητικά και σεμινάρια. Μόνη προϋπόθεση για δουλειά στο επάγγελμά μας να είναι το πτυχίο μας. Καμία αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος, όπως με την αφαίρεση της Παιδαγωγικής επάρκειας. Απαιτούμε να δουλεύουμε στο αντικείμενό μας, με όλα τα εργασιακά και ασφαλιστικά μας δικαιώματα!
-Αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στο ύψος των αναγκών μας. Όχι στη λεγόμενη "αυτονομία των Ιδρυμάτων" που οδηγεί τα ιδρύματα να λειτουργούν ως μαγαζιά, ανοίγει νέους δρόμους για τα δίδακτρα.
 -Άμεση κατάργηση των διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά. Ούτε σκέψη για τέλος εγγραφής και τζάμπα δουλειάς των μεταπτυχιακών φοιτητών.
-Κάλυψη των αναγκών σε διδακτικό προσωπικό, με σύγχρονο εργαστηριακό και λοιπό εξοπλισμό, άμεσα προσβάσιμο στους φοιτητές και σπουδαστές.
-Δωρεάν σίτιση, στέγαση, μετακίνηση, συγγράμματα και αναλώσιμα για όλους τους φοιτητές».

Ψηφίστηκε το 4ο μνημόνιο, με νέα δυσβάσταχτα μέτρα που ξεκινούν από τα 5 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση και αφορούν κάθε λαϊκή οικογένεια. Πλάι σε αυτήν τη λαίλαπα εξαγγέλθηκαν «αντίμετρα» - κοροϊδία, μεταξύ αυτών και η θεσμοθέτηση της 2χρονης υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής, που τη μάζεψαν πριν ακόμα κυκλοφορήσει ο αχός της, καθώς η κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι το μέτρο αφορά το σχεδιασμό τριετίας, εφόσον πιαστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, έρθει η καπιταλιστική ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά ρυθμιστούν!
Πλάι, όμως, στην εξαγγελία - κοροϊδία στήθηκε ένας αναχρονιστικός και σκοταδιστικός καβγάς, βούτυρο στο ψωμί της κυβέρνησης καθώς επιχειρηματολογούσε κατά της θεσμοθέτησης της υποχρεωτικότητας. Η πλειοψηφία της ΠΟΕ - ΟΤΑ, η ΚΕΔΕ καθώς και ο «επιστημονικός φορέας» της ΠΑΣΥΒΝ εξυπηρέτησαν μια χαρά τις κυβερνητικές στοχεύσεις. Εξαγγέλθηκαν μάλιστα και κινητοποιήσεις με κύριο θέμα τη μη θεσμοθέτηση της 2χρονης υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής. Δηλαδή, ο ένας έκοβε και ο άλλος έραβε.
Τα δήθεν επιστημονικά επιχειρήματα με τα οποία επένδυσαν τις κινητοποιήσεις χτυπούσαν ευθύβολα τις ανάγκες των παιδιών προσχολικής ηλικίας αλλά και το ίδιο το επιστημονικό έργο των παιδαγωγών. Ανέφεραν, λοιπόν, σε επιστολή προς τους γονιούς ότι η ενδεχόμενη θεσμοθέτηση της 2ετούς υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής θα οδηγήσει σε ένα απαρχαιωμένο και αναχρονιστικό παιδαγωγικό μοντέλο.
Επιπλέον, για να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους ενάντια στην υποχρεωτικότητα έφτασαν στο σημείο να καθαγιάσουν την εικόνα της ΕΕ και διεθνώς για την κατάσταση που επικρατεί συνολικά στην Προσχολική Αγωγή από 0 έως 6 ετών, αναφέροντας ότι μόνο σε 5 ευρωπαϊκές χώρες υφίσταται η υποχρεωτική ένταξη των παιδιών νηπιακής ηλικίας πέντε ετών!
Μίλια μακριά από την κάλυψη των αναγκών των παιδιών προσχολικής ηλικίας
Ομως, εάν θέλουμε να μιλήσουμε επιστημονικά για την κατάσταση που επικρατεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο στον τομέα της Προσχολικής Αγωγής, τα νούμερα βαραίνουν αρνητικά για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Τα ίδια τα αδιέξοδα που βιώνουν οι οικογένειες είναι κραυγαλέα, καθώς δεν υπάρχει επαρκές δίκτυο δομών, δημόσιων και δωρεάν, που να καλύπτει τις ανάγκες και αναγκάζονται να πληρώνουν υψηλά τροφεία για να τις καλύψουν.
Εν συντομία και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο «Ευρυδίκη», που κατέγραψε αναλυτικά την εικόνα του χώρου, αναφέρεται σε έκθεση ότι η Προσχολική Αγωγή είναι εμπόρευμα, και μάλιστα υψηλά κοστολογημένο, ζητούμενο για τη συντριπτική πλειοψηφία των οικογενειών που αδυνατούν να πληρώσουν. Στο 1/3 των ευρωπαϊκών χωρών οι γονείς αδυνατούν να βρουν θέση σε μια δομή ακόμα και για τα μεγαλύτερα παιδιά ηλικίας τριών και τεσσάρων χρόνων. Για τις ηλικίες κάτω των τριών χρόνων μόλις το 15% φοιτά σε κάποια δομή και αφορά οικογένειες με καλό οικονομικό επίπεδο καθώς γι' αυτές τις ηλικίες το κρατικό δίκτυο είναι ελλιπέστατο και αλωνίζει ο ιδιωτικός τομέας. Το κόστος φοίτησης είναι απαγορευτικό και αυξάνεται στις μικρότερες βρεφικές ηλικίες. Συνολικά, κατά μέσο όρο στην ΕΕ οι γονείς πληρώνουν το 14,4% της φοίτησης των παιδιών. Ανάλογα στοιχεία προκύπτουν και από έκθεση του ΟΟΣΑ, που καταλήγει ότι υπολογίζεται πως παραπάνω από το 50% των παιδιών προσχολικής ηλικίας φοιτούν σε ιδιωτική δομή με σημαντική επιβάρυνση για τις οικογένειες.
Μάλιστα, για την Ελλάδα, ακόμα και αυτά τα μεγέθη είναι πιο δυσμενή και βαραίνουν αρνητικά τις λαϊκές οικογένειες. Υπολογίζεται ότι μόλις το 10% - 12% των βρεφών βρίσκει μια θέση στους ελάχιστους βρεφικούς σταθμούς, το 25% - 30% κάτω των τριών ετών, μόλις το 50% των τρίχρονων, η εικόνα βελτιώνεται στα 4χρονα, που και σε αυτήν την περίπτωση ένα σημαντικό ποσοστό δεν πηγαίνει σε καμία δομή και, τέλος, τα ποσοστά αγγίζουν την καθολικότητα στη νηπιακή ηλικία που φοιτά περίπου το 95%. Βέβαια, αυτά τα μεγέθη αφορούν το σύνολο των δομών, δημόσιων και ιδιωτικών, παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων.
Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση στο ζήτημα της υποχρεωτικότητας της Προσχολικής Εκπαίδευσης και της αναγνώρισης ως ευθύνης του κράτους να την παρέχει καθολικά, δωρεάν και υποχρεωτικά. Μόνο σε 5 ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζεται (Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Σουηδία και Νορβηγία) το τυπικό δικαίωμα του παιδιού αμέσως μετά τη γέννησή του να εγγραφεί σε Κέντρο Ολοήμερης Παραμονής. Σε αυτές τις χώρες, αν και αναγνωρίζεται το δικαίωμα του παιδιού να πηγαίνει από μικρό σε κάποια δομή Προσχολικής Εκπαίδευσης, αυτή δεν παρέχεται δωρεάν.
Στο 1/3 των ευρωπαϊκών χωρών (Βέλγιο, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Μάλτα, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο) αναγνωρίζεται το δικαίωμα και επιδοτείται μετά τα 3 χρόνια. Αυτή η παροχή, βέβαια, ανταποκρίνεται σε κάποιες μέρες ή ώρες τη βδομάδα. Για παράδειγμα, σε Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο καλύπτουν δωρεάν 10 - 15 ώρες. Σε 7 χώρες (Βουλγαρία, Ελλάδα, Κύπρο, Λετονία, Ουγγαρία, Αυστρία και Πολωνία) είναι υποχρεωτικό το τελευταίο έτος φοίτησης στην προσχολική ηλικία.
Σε 6 χώρες (Κροατία, Λιθουανία, Ρουμανία, Σλοβακία, Ισλανδία και Τουρκία) δεν υπάρχει καμία θεσμική αναφορά για την ευθύνη του κράτους απέναντι στην Προσχολική Εκπαίδευση ούτε διασφαλίζει κάποιο έτος υποχρεωτικότητας.
Ζητήματα που είχαν λυθεί εδώ και δεκαετίες στο σοσιαλισμό
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η σύγχρονη ανάγκη του παιδιού στην Προσχολική Αγωγή, επιστημονικά τεκμηριωμένη για τα οφέλη της, όχι μόνο δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, αλλά κοστολογείται κι έχει μετατραπεί σε προσοδοφόρα επιχείρηση, που είναι γιγαντωμένη στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και διεθνώς. Αυτό αποτυπώνει το στυγνό πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος, που «επενδύει» μόνο σε ό,τι μπορεί να του αποφέρει κέρδος. Για την Προσχολική Αγωγή, την αναγκαιότητά της και τα οφέλη της, μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες άρχισαν κάτι να ψελλίζουν αστοί επιστήμονες, δόθηκαν πολιτικές κατευθύνσεις, που όμως μένουν σε επίπεδο διακηρύξεων, καθώς η ίδια η εικόνα της παραμένει αποθαρρυντική.
Τέλος, στην προαναφερόμενη επιστολή των φορέων που τάσσονται κατά της υποχρεωτικότητας, αφού εκθειάζουν τον καπιταλισμό και τα οφέλη του, καταφέρονται ενάντια στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε και στις κατακτήσεις του. Οταν, μισό αιώνα πίσω, από τις δεκαετίες του '60 και του '70, στις σοσιαλιστικές χώρες οι δομές ήταν ενιαίες, δημόσιες, δωρεάν και καθολικές για τα παιδιά από 0 έως 6 ετών, είχαν επιστημονικό προσωπικό όλων των ειδικοτήτων, ακόμα και επιστήμονες που παρακολουθούσαν και κατέγραφαν την ανάπτυξη του παιδιού και σε περίπτωση δυσκολιών, του παρεχόταν η ανάλογη και αναγκαία βοήθεια. Ηταν κατοχυρωμένο, αναγνωρισμένο το δικαίωμα του παιδιού να φοιτά σε προσχολική δομή και φυσικά αυτή η υποχρέωση βάραινε καθολικά το εργατικό κράτος.
Αγώνας για να ικανοποιηθεί αυτό που είναι επιστημονικά επιβεβλημένο
Αντιτείνουμε, λοιπόν, σε όλους αυτούς που δήθεν «επιστημονικά» ντύνουν την εικόνα της Προσχολικής Αγωγής και ανταπαντάμε ξεκάθαρα: Αναχρονισμός είναι να απαλλάσσεις το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση από την υποχρέωση να καλύψει τις ανάγκες των παιδιών προσχολικής ηλικίας από τη γέννησή τους μέχρι την είσοδό τους στο σχολείο.
Ενα βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η θεσμοθέτηση τουλάχιστον της 2χρονης υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής, που δεν φτάνει από μόνη της. Δηλαδή, εάν η κυβέρνηση δεν πάρει τα απαιτούμενα μέτρα, όπως είναι η πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, παιδαγωγικού, ειδικού παιδαγωγικού, βοηθητικού κ.τ.λ., η ίδρυση και επέκταση των δομών ώστε αυτές να καλύπτουν τις ανάγκες, δημόσια και δωρεάν, τότε το μόνο που θα επιτευχθεί είναι να υποχρεώσει τους γονιούς να πάνε πελάτες στις ιδιωτικές δομές.
Είναι τεράστια η σημασία της Προσχολικής Αγωγής και ως εκ τούτου είναι ανάγκη και ταυτόχρονα δικαίωμα του παιδιού να του παρέχεται με ευθύνη του κράτους καθολικά, δημόσια και δωρεάν. Επομένως, εργαζόμενοι, γονείς, χρειάζεται με τον αγώνα μας να την υπερασπιστούμε για να ικανοποιηθεί και να συγχρονιστεί επιτέλους με αυτό που είναι επιστημονικά επιβεβλημένο.
Χρειάζεται να διεκδικήσουμε, σε κοινό μέτωπο, εργαζόμενοι, γονείς, και να υποχρεώσουμε το κράτος:

  • Να εξασφαλίσει με καθολικό τρόπο, δημόσια και δωρεάν φοίτηση όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, από τη μικρή βρεφική έως και τη νηπιακή ηλικία.
  • Να προσλάβει μόνιμο προσωπικό παιδαγωγούς, ειδικούς επιστήμονες, βοηθητικό προσωπικό, τόσους όσοι χρειάζονται για να καλυφθούν οι ανάγκες.
  • Ενιαίο, παιδαγωγικά αναβαθμισμένο πρόγραμμα αγωγής που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αναπτυξιακές ανάγκες της κάθε ηλικίας. Με ευθύνη του κράτους να προσδιορίζεται η συνολική παιδαγωγική παρέμβαση, με ενιαία κριτήρια.
  • Υψηλού, πανεπιστημιακού επιπέδου μόρφωση για όλους τους παιδαγωγούς και περιοδική επιμόρφωση με ευθύνη του κράτους, για να συγχρονίζουν τις παιδαγωγικές μεθόδους με τα νέα, κάθε φορά, επιστημονικά δεδομένα.
  • Να παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι οι συνθήκες υγιεινής, ασφάλειας και διατροφής των παιδιών, με ευθύνη του κράτους και με πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού (μάγειρες, τραπεζοκόμοι κ.τ.λ).

Σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία υποβολής αιτήσεων για την ένταξη παιδιών σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς καθώς και στα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ) και στα ΚΔΑΠ Με Ειδικές Ανάγκες, στο πλαίσιο του προγράμματος «Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής» του ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, χιλιάδες παιδιά αναμένεται και φέτος να στερηθούν το δικαίωμά τους στην Προσχολική Αγωγή, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ασκούνται διαχρονικά από τις κυβερνήσεις και απαλλάσσουν το κράτος από την ευθύνη του να διασφαλίσει την πραγματικά δημόσια και δωρεάν φοίτηση σε κατάλληλους χώρους, με το αναγκαίο και εξειδικευμένο προσωπικό. Χιλιάδες νέα ζευγάρια θα βρεθούν σε αδιέξοδο, μην έχοντας πού να αφήσουν τα παιδιά τους.
Ποια είναι η κατάσταση
Και τη νέα σχολική χρονιά 2017 - 2018, θα επαναληφθεί το σκηνικό των τελευταίων χρόνων, δηλαδή: Κάποια παιδιά θα φιλοξενηθούν δωρεάν στους παιδικούς σταθμούς, στα ΚΔΑΠ και στα ΚΔΑΠ Με Ειδικές Ανάγκες, στο πλαίσιο του παραπάνω προγράμματος. Πολλά άλλα θα φιλοξενηθούν σε δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, με το ανάλογο αντίτιμο σε τροφεία ή σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, με πιο αυξημένο χαράτσι. Ενας μεγάλος αριθμός παιδιών δεν θα φιλοξενηθούν σε κάποιο σταθμό, είτε γιατί οι γονείς τους δεν έχουν να διαθέσουν τα απαραίτητα χρήματα, είτε γιατί οι υποδομές στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς δεν επαρκούν και θα μείνουν εκτός, είτε γιατί δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήρια που τίθενται και από το πρόγραμμα ΕΣΠΑ και από τους δήμους.
Η δε φοίτηση σε κάποιο σταθμό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και ουσιαστική Προσχολική Αγωγή, καθώς το προσωπικό δεν επαρκεί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις απουσιάζει παντελώς το βοηθητικό προσωπικό, τα τμήματα είναι πολυάριθμα, λείπουν οι δομές πρόληψης, διάγνωσης και παρέμβασης για παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Οι γονείς καλούνται να πληρώσουν για διάφορες υπηρεσίες, όπως ζέσταμα φαγητού, ή σειρά δραστηριοτήτων αθλητικού, πολιτιστικού ή ψυχαγωγικού περιεχομένου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 86% των παιδικών σταθμών είναι υπεράριθμοι και το 68% λειτουργεί με ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά έως αποκλείει την ουσιαστική παιδαγωγική παρέμβαση, μετατρέπει τους σταθμούς σε χώρους απλής φύλαξης. Και ίσως το πιο σημαντικό; Περιεχόμενο εκπαίδευσης ενιαίο δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα ανάλογα με τον παιδικό σταθμό τα παιδιά να μαθαίνουν ή να κάνουν διαφορετικά πράγματα.
Μια τέτοια κατάσταση στο χώρο της Προσχολικής Αγωγής ουσιαστικά πριμοδοτεί τον ιδιωτικό τομέα, με το ίδιο το κράτος μάλιστα να χρηματοδοτεί τη λειτουργία του. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα χρήματα που διατίθενται για την υλοποίηση του προγράμματος «Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής», το οποίο προβλέπει τη δωρεάν φιλοξενία παιδιών σε δημοτικούς και ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, στα ΚΔΑΠ και στα ΚΔΑΠ Με Ειδικές Ανάγκες, προέρχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από εθνικούς πόρους και τα υπόλοιπα από το ΕΣΠΑ. Γίνεται σαφές ότι η λειτουργία των ιδιωτικών παιδικών σταθμών χρηματοδοτείται από τα λεφτά των εργαζομένων και των λαϊκών οικογενειών. Μάλιστα, ήδη από πέρσι, η κυβέρνηση, με το νέο σύστημα υλοποίησης του προγράμματος που επέβαλε, παρά τις αντιδράσεις, φρόντισε να σπρώξει τους δικαιούχους στους ιδιωτικούς σταθμούς, απονέμοντας το σχετικό κουπόνι χρηματοδότησης όχι στις δομές αλλά στους ίδιους τους γονείς. Συγκεκριμένα, φέτος υπολογίζεται να δοθούν για την υλοποίηση του προγράμματος 205 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 133 εκατομμύρια ευρώ προέρχονται από εθνικούς πόρους. Η δε συμμετοχή του ΕΣΠΑ δηλαδή είναι μόλις 72 εκατομμύρια, με κατεύθυνση τη λειτουργία του προγράμματος να αναλάβει εξολοκλήρου η χώρα.
Οι δε πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες για θεσμοθέτηση δίχρονης υποχρεωτικής Προσχολικής Εκπαίδευσης, η έναρξη της οποίας τοποθετήθηκε στη συνέχεια σε τρία χρόνια, ουσιαστικά έρχονται να θολώσουν τα νερά, αφού δεν συνοδεύονται από κανένα μέτρο για την υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής. Αντίθετα, και το ευαίσθητο αυτό ζήτημα μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ κυβέρνησης και φορέων (όπως ΠΟΕ - ΟΤΑ, ΚΕΔΕ και ΠΑΣΥΒΝ), που ουσιαστικά υπονομεύουν το αίτημα του εκπαιδευτικού και γονεϊκού κινήματος για την αναγκαία θεσμοθέτηση δίχρονης υποχρεωτικής Προσχολικής Αγωγής. Σχετική σύσκεψη που έγινε πρόσφατα, με τη συμμετοχή των παραπάνω και άλλων φορέων και των υπουργών Εσωτερικών και Παιδείας, Π. Σκουρλέτη και Κ. Γαβρόγλου αντίστοιχα, και της αναπληρώτριας υπουργού Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Θ. Φωτίου, αποφασίστηκε η συγκρότηση επιτροπής σε επίπεδο υπουργείου Παιδείας, που θα εξετάσει όλα τα δεδομένα και στοιχεία σε σχέση με την Προσχολική Αγωγή, ανάμεσά τους και οι... «βέλτιστες πρακτικές» σε επίπεδο ΕΕ.
Εκτός δομών χιλιάδες παιδιά
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει τη θριαμβολογία ότι τη νέα σχολική χρονιά θα φιλοξενηθούν περισσότερα παιδιά σε παιδικούς σταθμούς, ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΜΕΑ, μέσω του προγράμματος «Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής», χωρίς να λέει βέβαια κουβέντα για τα παιδιά που θα μείνουν εκτός δομών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τη νέα χρονιά θα φιλοξενηθούν, μέσω του προγράμματος, περίπου 100.000 παιδιά σε σχέση με τα 92.000 πέρσι. Οι δομές που δέχτηκαν αυτά τα παιδιά ανέρχονται σε 2.500. Εκτιμάται ότι οι αιτήσεις φέτος θα ξεπεράσουν τις 140.000, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε ήδη 40.000 παιδιά εκτός δομών. Αν στον αριθμό αυτό υπολογίσουμε και τις θέσεις που αναλογούν σε ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΜΕΑ, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα παιδιά που θα μείνουν εκτός παιδικών σταθμών είναι πολύ περισσότερα.
Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) που διαχειρίζεται το πρόγραμμα, του Αυγούστου του 2016, σύμφωνα με τα οποία το 31,8% των θέσεων ήταν σε δομές ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΜΕΑ. Συγκεκριμένα, σε σύνολο 84.800 παιδιών, τα 26.909 ήταν για θέσεις σε ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΜΕΑ.
Στα περίπου 40.000 παιδιά που εκτιμάται ότι δεν θα γίνουν δεκτά σε κάποια δομή, πρέπει να προσθέσουμε αρκετά των οποίων οι γονείς δεν έκαναν ή δεν θα κάνουν αίτηση (η σχετική προθεσμία λήγει στις 9 Ιούνη), καθώς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής. Οι οικογένειες αυτές θα πρέπει να βρουν θέση σε κάποιο δημοτικό παιδικό σταθμό, πράγμα όχι εύκολο, και να πληρώνουν και τροφεία, ή σε κάποιο ιδιωτικό.
Με βάση την πρόσκληση της ΕΕΤΑΑ, οι βασικές προϋποθέσεις για την επιλογή των δικαιούχων είναι το οικογενειακό εισόδημα, η οικογενειακή και η εργασιακή κατάσταση. Σημειώνουμε ότι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 27.000 ευρώ για μητέρες που έχουν έως δύο παιδιά, τα 30.000 ευρώ για μητέρες που έχουν 3 παιδιά, τα 33.000 ευρώ για μητέρες με 4 παιδιά και τα 36.000 ευρώ για μητέρες με 5 παιδιά και πάνω. Το συνολικό οικογενειακό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα 36.000 ευρώ.
Στο μεταξύ, και τη νέα σχολική χρονιά ισχύει η επιβάρυνση των ωφελούμενων για σειρά δραστηριοτήτων των σταθμών. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται στην πρόσκληση, τυχόν άλλες ειδικές υπηρεσίες, για παράδειγμα μουσικοκινητική αγωγή, μουσική, χορός, κολύμβηση, μπαλέτο, αθλητικές δραστηριότητες, εικαστικά, θεατρικό παιχνίδι, παρακολούθηση ξενόγλωσσων μαθημάτων, επισκέψεις σε μουσεία, παρακολούθηση θεατρικών ή άλλων παραστάσεων, εκδηλώσεων, εκπαιδευτικές εκδρομές που προέρχονται από τις δομές, είναι προαιρετικές και εφόσον τις επιλέξουν οι ωφελούμενοι, θα επιβαρύνουν οικονομικά τους ίδιους. Είναι προφανές πως πολλοί γονείς δεν θα μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά, με αποτέλεσμα τα παιδιά τους να μένουν εκτός δραστηριοτήτων και να διαφοροποιούνται έναντι των υπολοίπων.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, απαιτείται ενιαίο μέτωπο εργαζομένων, γονέων και ευρύτερα της κοινωνίας, ώστε να διεκδικήσουν: Με ευθύνη του κράτους να διασφαλιστεί μια φοίτηση πραγματικά δημόσια και δωρεάν, για όλα τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία, από τη μικρή βρεφική έως και τη νηπιακή, με μόνιμους παιδαγωγούς, μόνιμο βοηθητικό προσωπικό, αλλά και το ειδικό εκπαιδευτικό, όπου χρειάζεται. Σήμερα είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί και να επεκταθεί η υποχρεωτικότητα της Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Να εξασφαλιστεί η σίτιση όλων των παιδιών. Να δημιουργηθούν κατάλληλες υποδομές, χώροι και μέσα για τις ανάγκες αυτής της ηλικίας. Με ευθύνη του κράτους να προσδιορίζεται η συνολική παιδαγωγική παρέμβαση σε αυτές τις ηλικίες με ενιαία κριτήρια, βασιζόμενοι στις αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών. Υψηλού επιπέδου μόρφωση όλων των παιδαγωγών και με ευθύνη του κράτους να γίνεται περιοδική επιμόρφωσή τους, ώστε να παρακολουθούν τα νέα επιστημονικά δεδομένα του αντικειμένου.
Η θέση του ΚΚΕ

Στις θέσεις του ΚΚΕ για το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο γίνεται λόγος για «ενιαίο σύστημα των δομών της Προσχολικής Αγωγής και Διαπαιδαγώγησης, που θα ικανοποιεί τις ηλικίες παιδιών ενός έως έξι ετών. Το σύστημα αυτό έχει σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ένταξη των παιδιών. Μετατρέπει σχεδιασμένα την υπόθεση της διαπαιδαγώγησης των παιδιών αυτής της ηλικίας σε υπόθεση όλης της κοινωνίας και όχι απλά στενά οικογενειακής. Το σύστημα της Προσχολικής Αγωγής και Διαπαιδαγώγησης, αν και συνδέεται και προετοιμάζει το αμέσως επόμενο εκπαιδευτικό επίπεδο, έχει διακριτή - αυτοτελή λειτουργία, κυρίως γιατί θέτει στο επίκεντρό του το παιχνίδι ως βασική προάγουσα δραστηριότητα γι' αυτές τις ηλικίες και μέσω αυτού υπηρετεί το σκοπό της αγωγής (γνώση, συναίσθημα, φυσική αγωγή κ.ά.). Η διευρυμένη - ημερήσια λειτουργία τους, με τις κατάλληλες υποδομές και χώρους, εξασφαλίζει την όσο το δυνατόν αποτελεσματική διαμόρφωση κανόνων και στάσεων ζωής, όσο και τη διασφάλιση, απελευθέρωση ελεύθερου χρόνου για την οικογένεια».

«Οι λαοί γράφουν την ιστορία» τονίζεται στην επιστολή των εκπαιδευτικών του ΠΑΜΕ, προς τους μαθητές με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, με την οποία τους καλούν να μην κάνουν πίσω από τη ζωή που έχουν ανάγκη.
«Με την επιστολή αυτή θέλουμε να σου πούμε γι’ αυτά που δεν σου λένε τα σχολικά βιβλία γιατί δεν θέλουν να ξέρεις τι είναι η επανάσταση, για να βγάλεις τα σωστά συμπεράσματα για το σήμερα και τη ζωή σου», τονίζεται στην επιστολή, με την οποία οι εκπαιδευτικοί του ΠΑΜΕ, φωτίζουν τις πτυχές γύρω από την επανάσταση του 1821.
«Όλα αυτά δεν τα διδάσκουν, γιατί θέλουν να μας κρύψουν ότι οι λαοί γράφουν την ιστορία. Ο λαός όρθωσε το ανάστημα του, παρόλο που τον τρομοκρατούσαν ότι αν ξεσηκωθεί κατά του Σουλτάνου, των ντόπιων συνεργατών του και της “Ιερής Συμμαχίας”, θα καταστραφεί», σημειώνεται.
Ολόκληρη η επιστολή:
«Αγαπητέ μαθητή, μαθήτρια,
Αυτές τις μέρες με αφορμή τις εκδηλώσεις για την επέτειο της 25ης Μαρτίου θα ακούσεις για τους εθνικούς στόχους, ότι η Ελλάδα περνά δυσκολίες, για την ανάπτυξη, που ουσιαστικά είναι ανάπτυξη για τους λίγους, ότι χρειάζεται σταθερότητα, ότι οι αγώνες και οι απεργίες βλάπτουν τον τόπο. Θεωρούν δηλαδή εθνικό καθήκον οι εργαζόμενοι, η νέα γενιά της ανεργίας, των 200-300 ευρώ, της διαρκούς ανασφάλειας, να κάτσει στα αυγά της, για να αυξηθούν τα κέρδη μιας χούφτας ανθρώπων που καρπώνονται τον πλούτο που παράγουν με το μόχθο τους εκατομμύρια εργαζόμενοι.
Με την επιστολή αυτή θέλουμε να σου πούμε γι’ αυτά που δεν σου λένε τα σχολικά βιβλία γιατί δεν θέλουν να ξέρεις τι είναι η επανάσταση, για να βγάλεις τα σωστά συμπεράσματα για το σήμερα και τη ζωή σου.
Θα ρωτήσεις λοιπόν: Μα δεν ήμασταν όλοι μαζί εναντίον των Τούρκων; Σου απαντάμε: ΌΧΙ.
  • Για παράδειγμα, είναι ψέμα ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε πρώτος τη σημαία της επανάστασης του 1821. Όταν ο Παπαφλέσσας συναντήθηκε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό για να του πει ότι όλα ήταν έτοιμα για την επανάσταση, ο τελευταίος άρχισε να τον βρίζει ότι είναι απατεώνας. Τη σημαία στην Πάτρα την ύψωσε ο λαϊκός ηγέτης Παναγιώτης Καρατζάς, τον οποίο δολοφόνησαν οι πρόκριτοι της Πάτρας.
  • Οι πρόκριτοι καταπολέμησαν λυσσαλέα κάθε ιδέα για διανομή της εθνικής γης στους φτωχούς αγρότες. Για να ανατρέψουν τον Δημ. Μπαλή και τους χωρικούς, που είχαν λύσει δυναμικά το πρόβλημα των εθνικών κτημάτων και των τσιφλικιών, δεν δίσταζαν οι πρόκριτοι να ζητάνε τη βοήθεια του Καπουδάν πασά.
  • Οι προεστοί της Ύδρας σκότωσαν με 70 μισθοφόρους το λαϊκό ηγέτη και πρωτεργάτη του ξεσηκωμού στην Ύδρα Αντώνη Οικονόμου, ενώ αυτός κατευθυνόταν στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.
  • Οι πρόκριτοι της Αχαΐας απείλησαν με εμφύλιο πόλεμο αν ο Κολοκοτρώνης πλησίαζε στην Πάτρα η οποία έμεινε στα χέρια των Τούρκων μέχρι το τέλος.
Θα ρωτήσεις: Μα λένε όμως ότι αυτές οι διχόνοιες είναι που έβλαψαν τους Έλληνες, που δεν άφησαν να πάει ο τόπος μπροστά;
Σου απαντάμε: Η κοινωνία τραβά μπροστά όταν ο λαός παλεύει για να ζει ανθρώπινα και με αξιοπρέπεια, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες, με βάση τις δυνατότητες που επιτρέπει η σημερινή επιστήμη και τεχνολογία. Για αυτό με τις επαναστάσεις, με τους αγώνες τους οι λαοί γράφουν ιστορία. Αλλά δεν κερδίζουν όλοι από αυτό. Κάποιες κοινωνικές ομάδες, κάποιες τάξεις υπερασπίζονται το παλιό, για να μη χάσουν τα πλούτη τους, τα προνόμια που τους εξασφάλιζε το παλιό καθεστώς.
Η επανάσταση του 1821 δεν ήταν μόνο πόλεμος ενάντια στον οθωμανικό δεσποτισμό, αλλά ήταν παιδί της Γαλλικής Επανάστασης που άνοιξε το δρόμο για να γκρεμιστεί το παλιό, η εξουσία των φεουδαρχών (κάτοχοι γης) που ήταν πλέον ξεπερασμένο σύστημα και να έρθει ένα νέο, για την εποχή εκείνη, οικονομικό σύστημα, της πολιτικής εξουσίας των αστών (κάτοχοι κεφαλαίου που εκμεταλλεύονται την εργατική δύναμη), ο καπιταλισμός δηλαδή.
Μην απορείς για αυτό. Ο πρόκριτοι και οι Εκκλησιαστικές Αρχές που συμβούλευαν υποταγή στην "ισχυράν βασιλείαν των Οθωμανών" είχαν κτήματα, αντλούσαν φόρους, δοσίματα, εξουσίες από το παλιό κοινωνικό καθεστώς, το οθωμανικό σύστημα και την εξουσία του Σουλτάνου.
Όλοι αυτοί καλλιεργούσαν τη μοιρολατρία, τρομοκρατούσαν το λαό. Απαιτούσαν πίστη και υποταγή στην "Ιερή Συμμαχία" των δυναστών. Έλεγαν να αλλάξουμε το Σουλτάνο με τους Άγγλους και τους Γάλλους. Θυμήσου τη δίκη του Κολοκοτρώνη, τη δολοφονία του Ανδρούτσου κ.ά.
Άλλα είναι όμως τα δίκαια των πολλών, αυτών που κάθε μέρα αγωνιούν για το μεροκάματο και άλλα των εκμεταλλευτών τους. Ούτε το 1821, ούτε και σήμερα, δεν ήταν όλοι οι Έλληνες μαζί.
Όλα αυτά δεν τα διδάσκουν, γιατί θέλουν να μας κρύψουν ότι οι λαοί γράφουν την ιστορία. Ο λαός όρθωσε το ανάστημα του, παρόλο που τον τρομοκρατούσαν ότι αν ξεσηκωθεί κατά του Σουλτάνου, των ντόπιων συνεργατών του και της "Ιερής Συμμαχίας", θα καταστραφεί.
Μπροστά σε τέτοιους εκβιασμούς έχει βρεθεί πολλές φορές ο λαός μας και έδωσε την απάντηση με τους αγώνες του. Βρέθηκε και την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, όταν οι συνεργάτες των ναζί, πολιτικοί πρόγονοι της σημερινής Χρυσής Αυγής, καθώς και άλλοι πολιτικοί, τον καλούσαν σε υποταγή και συνεργασία με τους κατακτητές, είτε οργάνωναν ή ευλογούσαν τα Τάγματα Ασφαλείας που ήταν συνεργάτες των ναζί στην κατοχή (Θ. Πάγκαλος, Στ. Γονατάς, Θεμ. Σοφούλης κ.ά.). Και σήμερα μέσα στα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές έδωσαν την απάντησή τους στα ρατσιστικά κηρύγματα της εγκληματικής Χρυσής Αυγής που χτυπάνε τους αγωνιστές ναυτεργάτες και ζητάνε να δουλεύουν με μεροκάματα πείνας, ενώ στα σχολεία ρίχνουν το ρατσιστικό δηλητήριο ενάντια στα προσφυγόπουλα, θέλουν το φτωχό να σκοτώνεται με το φτωχότερο.
Σήμερα οι σύγχρονοι Κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες, οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες, οι εφοπλιστές έχουν φτιάξει τη δική τους Ιερή Συμμαχία, την ΕΕ, το ΔΝΤ, τον ΟΟΣΑ, το ΝΑΤΟ. Αυτή τη συμμαχία της πλουτοκρατίας φτιασιδώνει σήμερα και το υπουργείο Παιδείας που καλεί με σχολικό πρόγραμμα μαθητές και εκπαιδευτικούς να γίνουν "πρέσβεις των ευρωπαϊκών αξιών".
Γι’ αυτό σου λέμε. Και σήμερα, και χθες και αύριο, το θέμα είναι να μην κάνουμε πίσω από τη ζωή που έχουμε ανάγκη και να παλεύουμε ενάντια σε αυτούς που έχουν συμφέρον να μας εμποδίσουν να ζούμε "στο ύψος των ονείρων μας".
Σε καλούμε να αναρωτηθείς:
  • Γιατί στα σχολεία μας, στα σπίτια μας, ζούμε τη φτώχεια, την ανεργία, Μνημόνια δίχως τέλος και από την άλλη οι εφοπλιστές παίρνουν αφορολόγητα καύσιμα και στους βιομήχανους δίνουν φτηνό ρεύμα;
  • Γιατί ενώ η παραγωγή συνεχώς αυτοματοποιείται με "διαστημικές" τεχνολογίες, συνεχώς ακούμε για νέα θαύματα της επιστήμης, δεν εξασφαλίζονται ανθρώπινες συνθήκες εργασίας για όλους, δωρεάν κάλυψη όλων των αναγκών στην Υγεία και στην Παιδεία, Πολιτισμός και Αθλητισμός για όλη τη νεολαία;
Οι επαναστάτες του '21 λέγανε "φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους", δεν το έλεγαν για τους ξένους αλλά για τους Έλληνες. Σκέψου ποιος είναι τώρα ο προσκυνημένος...
Σήμερα, "προσκυνημένοι" είναι αυτοί που στηρίζουν την ΕΕ, το ΔΝΤ, την κοινωνία του κέρδους, όλοι αυτοί που μας λένε πως στη ζωή μας πρέπει να είμαστε ανταγωνιστικοί, πως εδώ είναι ο "θάνατος σου η ζωή μου", πως πρέπει να ζήσουμε με ψίχουλα.
Οργάνωσε τον αγώνα σου για τα δικαιώματά σου, διάβασε και μάθε την αληθινή ιστορία του λαού και του τόπου σου.
Διεκδικούμε τη ζωή που μας αξίζει. Σήμερα είναι η δική σου σειρά. Σπάσε τα δεσμά! Αντάρτης - κλέφτης - παλικάρι πάντα είναι ο ίδιος ο λαός!».

Πριν από λίγες μέρες, ο υπουργός Παιδείας έκανε δηλώσεις σχετικά με τη συνέχεια της πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στο πεδίο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, στο πλαίσιο της παρουσίας του στην Εκτακτη Σύνοδο Πρυτάνεων. Καμιά έκπληξη δεν προκαλεί το γεγονός ότι όλες οι υποτιθέμενες «νέες» εξαγγελίες είναι η συνέχεια της πολιτικής που εφάρμοζαν τόσα χρόνια και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, με κομβικό στοιχείο το λεγόμενο «Νόμο Διαμαντοπούλου» (που διατηρείται στο ακέραιο...), συνέχεια και εξειδίκευση της στρατηγικής τελικά του κεφαλαίου στην Ανώτατη Εκπαίδευση, στο πνεύμα και στο γράμμα των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΟΟΣΑ.
Αντιδραστικός μοχλός η «αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ»
Αξίζει να επικεντρώσουμε σε τρία ζητήματα. Καταρχήν, στο ζήτημα της «αυτονομίας των πανεπιστημίων» και της «ενίσχυσης του αυτοδιοίκητου». Η «αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ» είναι ζήτημα που το επικαλούνται όλες οι κυβερνήσεις και οι πολιτικές δυνάμεις (πλην ΚΚΕ) μέχρι σήμερα, εμφανίζοντάς το ως την πεμπτουσία της δημοκρατίας στα πανεπιστήμια. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι εργαλείο ταχύτερης προώθησης της ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας τους.
Η «αυτοδιοίκηση» των ΑΕΙ στην πράξη διευκολύνει τα Ιδρύματα να διαχειρίζονται την ακαδημαϊκή και οικονομική τους δραστηριότητα με μεγαλύτερη ευελιξία. Ταυτόχρονα, απαλλάσσει το κράτος από οικονομικά βάρη ενίσχυσης των ΑΕΙ, τα οποία μετακυλίει στα Ιδρύματα, κάτι που αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα λόγω της κρίσης και των δημοσιονομικών δυσκολιών των κυβερνήσεων. Η «αυτοδιοίκηση» δίνει τη δυνατότητα σε ένα Ιδρυμα να προχωρά την εμπορική δραστηριότητα με τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά προϊόντα του και να συνάπτει συμβόλαια με επιχειρήσεις, με μεγαλύτερη ταχύτητα και ενδεχομένως αποτελεσματικότητα. Εν ολίγοις, «λύνει τα χέρια» των διοικήσεων των Ιδρυμάτων στην περαιτέρω εμπορευματοποίηση της λειτουργίας των ΑΕΙ, χωρίς να παρεμβάλλεται ένας πολυπλόκαμος κρατικός μηχανισμός.
Οι συνέπειες από την «αυτοδιοίκηση» είναι ήδη εμφανείς στα ΑΕΙ και γίνονται ακόμα πιο αποκαλυπτικές με τις δηλώσεις Γαβρόγλου. Λαμβάνοντας υπόψη τα άδεια ταμεία των Ιδρυμάτων, μπορεί κανείς να καταλάβει τι σημαίνει το πέρασμα της σίτισης και της στέγασης από το κράτος στην ευθύνη των ΑΕΙ. Ηδη και σήμερα, με την ευθύνη της στέγασης και των Εστιών στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ (Ιδρυμα Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης - ΝΠΙΔ), είναι καταφανής η εγκατάλειψη και των στοιχειωδών αναγκών των φοιτητών για στέγαση. Η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη με το πέρασμα της ευθύνης στα Ιδρύματα, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα περισσότερα ΑΕΙ δεν έχουν χρήματα ούτε για να αγοράσουν χαρτί για το φωτοτυπικό..! Ετσι, για τις διοικήσεις των Ιδρυμάτων ήδη η διέξοδος προς τους εργολάβους είναι διατυπωμένη, αφού και οι ίδιες συναινούν στην εμπορευματοποίηση και αυτής της πτυχής της ακαδημαϊκής λειτουργίας.
Πλευρά της «αυτοδιοίκησης» θα είναι και το περαιτέρω σάρωμα των εργασιακών σχέσεων σε διδακτικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα - πρόδρομος αυτής της εξέλιξης είναι άλλωστε οι αποκαλούμενοι «πανεπιστημιακοί υπότροφοι» σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, οι οποίοι διδάσκουν και παράγουν ερευνητικό έργο στα Ιδρύματα και πληρώνονται από τα ίδια τα Ιδρύματα, εάν και εφόσον αυτά μπορούν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα κονδύλια... Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας να σκεφτεί κανείς ότι η πληθώρα των εργασιακών σχέσεων που εμφανίζεται στα ΑΕΙ (ωρομίσθιοι, ορισμένου χρόνου, με «μπλοκάκι» κ.ά.) θα συνοδευτεί από περαιτέρω αποδιάρθρωση των εργασιακών δικαιωμάτων, χωρίς καμιά διασφάλιση των μισθών, με ταυτόχρονη έκρηξη της απλήρωτης εργασίας.
Γενικότερα, η «αυτοδιοίκηση» γίνεται μοχλός για να περάσουν οι πιο αντιδραστικές ρυθμίσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση, μπερδεύοντας μάλιστα έναν κόσμο που μπορεί να αγανακτεί με αυτές και να μην εντοπίζει την κεντρική και ενιαία ευθύνη, την οποία εξακολουθούν να έχουν το κράτος και η κυβέρνηση στη χάραξη της στρατηγικής κατεύθυνσης.
Νέα όργανα υλοποίησης του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου»
Δεύτερο ζήτημα είναι αυτό της συγκρότησης των Περιφερειακών Συμβουλίων Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΠΣΑΕ) που έρχονται να αντικαταστήσουν τα παλιά «Συμβούλια Ιδρύματος» του «Νόμου Διαμαντοπούλου». Και εδώ δεν πρόκειται για κανένα μεγάλο νεοτερισμό. Στην πραγματικότητα, επανεξετάζεται η αποτελεσματικότητα της διοίκησης των ΑΕΙ, σε σχέση με τη σύνδεσή τους με τα μονοπώλια και τις στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου. Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι όλο το προηγούμενο διάστημα τα Συμβούλια Ιδρύματος, απαρτιζόμενα κυρίως από ξένους πανεπιστημιακούς - έμπειρους μεν στη σύνδεση πανεπιστημίου-επιχειρηματικότητας, αλλά όχι σε άμεση επαφή με την ελληνική πραγματικότητα - έμειναν σε μεγάλο βαθμό ανενεργά. Δεν ανταποκρίθηκαν δηλαδή στις προσδοκίες των κυβερνήσεων (προηγούμενων και τωρινής) σε σχέση με το ρόλο που είχαν αναλάβει ως μεσολαβητές ανάμεσα στα Ιδρύματα και την αγορά.
Τα νέα όργανα που προτείνει σήμερα η κυβέρνηση, ακουμπώντας πιο στέρεα πάνω στις ανάγκες της ελληνικής αστικής τάξης και του εγχώριου κεφαλαίου, φιλοδοξούν να διαδραματίσουν έναν πιο προωθημένο ρόλο σε σχέση με την επιχειρηματική λειτουργία των ΑΕΙ. Η λεγόμενη «σύνδεση με την παραγωγική ανασυγκρότηση», στην οποία θα προσβλέπουν τα νέα όργανα, όπως δήλωσε ο υπουργός, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οργανικότερη σύνδεση των πανεπιστημίων με τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου κεντρικά και σε επίπεδο περιφέρειας.
Τα Ιδρύματα, άλλωστε, με πρωτοβουλία των σημερινών πρυτανικών αρχών και διαφόρων καθηγητών - μάνατζερ επιχειρήσεων, έχουν να επιδείξουν πολύτιμο έργο σε αυτήν την κατεύθυνση για τους κεφαλαιοκράτες. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η ίδρυση κόμβου νεανικής επιχειρηματικότητας ανάμεσα στο ΤΕΙ Πειραιά και στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, αλλά και η πρόσφατη εξαγγελία της κυβέρνησης για την επανίδρυση του Τμήματος Τουρισμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Χίο (είχε καταργηθεί με το σχέδιο «Αθηνά»), το οποίο προσβλέπει να ενισχύσει «την τουριστική πρόοδο του νησιού και της κρουαζιέρας»... Αντίστοιχο παράδειγμα είναι η ίδρυση και επιδότηση cluster (συνεργατικός σχηματισμός μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, δημόσιων φορέων και επιχειρήσεων) ανάμεσα στην Περιφέρεια Αττικής και στο Πανεπιστήμιο Πατρών για την είσοδο καινοτόμων πρακτικών και νέων τεχνολογιών στις επιχειρήσεις. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η πρωτοβουλία της Περιφέρειας Αττικής και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου να διοργανώσουν ημερίδα για τις «προωθούμενες καλλιέργειες στην Ανατολική Αττική» και πλείστα άλλα παρόμοια παραδείγματα.
Η έμφαση που δίνει η κυβέρνηση πλέον στην περιφέρεια δεν είναι τυχαία. Είναι γνωστό ότι τα όργανα της Τοπικής Διοίκησης είναι το «μακρύ χέρι» της κυβέρνησης, υλοποιώντας και εξειδικεύοντας στρατηγικές του κεφαλαίου ιδιαίτερα στους τομείς με «συγκριτικό πλεονέκτημα», ανταγωνιστικούς δηλαδή και κερδοφόρους για το κεφάλαιο. Δήμοι και Περιφέρειες έχουν διανύσει ήδη μια απόσταση στη συνεργασία με πανεπιστήμια και ΤΕΙ μεσολαβώντας στη διάχυση της εφαρμοσμένης κυρίως γνώσης και καινοτομίας στις μεγάλες επιχειρήσεις και στους κλάδους με μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας. Είναι επομένως μια δοκιμασμένη «φόρμουλα», που θα απλοποιήσει και θα επιταχύνει τη σύνδεση των ΑΕΙ με τα στάνταρντ της αγοράς. Φορείς της Τοπικής Διοίκησης έχουν ενσωματώσει ακόμα πλευρές της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας», συμμετέχοντας από κοινού με διάφορα πανεπιστήμια (Πάντειο, Πανεπιστήμιο Αιγαίου κ.ά.) σε δράσεις, προγράμματα και συνέδρια. Ρητός στόχος τους είναι να προωθήσουν τη «Διά Βίου Εκπαίδευση στην κοινωνική επιχειρηματικότητα», δηλαδή την εκπαίδευση μακροχρόνια άνεργων και ευπαθών ομάδων στην επιχειρηματικότητα, την ανακύκλωση τελικά ενός απαξιωμένου εργατικού δυναμικού σε τομείς προτεραιότητας για το κεφάλαιο.
Ολα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι τα ΠΣΑΕ, που εξήγγειλε ο υπουργός Παιδείας, προσφέρουν πιο στοχευμένες εγγυήσεις από τα Συμβούλια Ιδρύματος για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Και τελικά, ας αναρωτηθούμε: Αραγε όλη αυτή η προώθηση της επιχειρηματικότητας, τι έδωσε πραγματικά στη μεγάλη μερίδα των νέων που σπουδάζουν; Η περιβόητη σύνδεση με την αγορά εργασίας, της ζούγκλας των ελαστικών σχέσεων εργασίας, της απληρωσιάς, κ.ά., κάθε άλλο παρά έχει ανακόψει τα αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας, που φτάνουν στο 20% για τους πτυχιούχους πανεπιστημίων και ΤΕΙ, αντίθετα είναι θεμέλιο στήριξης και έντασης της εκμετάλλευσης.
Ξανά η χρηματοδότηση των ΑΕΙ στο στόχαστρο
Τρίτο ζήτημα είναι αυτό της χρηματοδότησης των ΑΕΙ. Και σε αυτό το πεδίο αναμένουμε εξελίξεις και νέες μεγάλες περικοπές, ιδιαίτερα σε ζητήματα φοιτητικής μέριμνας. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις πρόσφατα το υπουργείο Παιδείας προανήγγειλε μείωση των δικαιούχων δωρεάν σίτισης, εμπαίζοντας μάλιστα χυδαία τους φοιτητές, όταν ανέφερε, λίγο ή πολύ, ότι αποκλείονται από τις Λέσχες οι φτωχοί γιατί τρώνε οι πλούσιοι... Στην ίδια ρότα, καλεί τα Ιδρύματα, αξιοποιώντας και το «αυτοδιοίκητο», να προχωρήσουν πιο θαρρετά στο ξεπούλημα και στην εμπορική αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους, αλλά και των υπηρεσιών που προσφέρουν. Το υπουργείο ήδη επαίρεται ότι έχει υπογράψει δανειακή σύμβαση 138.000.000 ευρώ με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, που στην ουσία σηματοδοτεί μνημόνιο χρέους για τα ΑΕΙ, με δυσμενείς όρους αποπληρωμής για τα Ιδρύματα. Την ίδια στιγμή, οι στοιχειώδεις λειτουργικές ανάγκες των Ιδρυμάτων ακόμα... αποτυπώνονται, όταν είναι παραπάνω από εμφανές ότι πανεπιστήμια και ΤΕΙ αδυνατούν να καλύψουν ακόμα και στοιχειώδη έξοδα για θέρμανση, ρεύμα, τηλέφωνο. Σε αυτό το πλαίσιο, μόνο γέλιο (ή κλάμα) μπορεί να προκαλέσει το μέτρο της ρύθμισης των 36 δόσεων των χρεών των ΑΕΙ προς τη ΔΕΗ, όταν τα χρέη αυτά ανέρχονται σε πάνω από 14.000.000 ευρώ (μαζί με τα ερευνητικά κέντρα) και σε αρκετά Ιδρύματα οι τρέχοντες λογαριασμοί και οι προβλεπόμενες δόσεις των χρεών ανέρχονται σε ποσά κατά πολύ μεγαλύτερα από τον ετήσιο συνολικό προϋπολογισμό του Ιδρύματος.
Επαγρύπνηση και ετοιμότητα
Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται για άλλη μια φορά σαφές ότι και τα νέα μέτρα που έρχονται στην Ανώτατη Εκπαίδευση βελτιώνουν τους όρους που λειτουργούν τα πανεπιστήμια της αγοράς και επιφέρουν νέα χτυπήματα στα μορφωτικά δικαιώματα των παιδιών των λαϊκών οικογενειών. Φοιτητές και σπουδαστές, οι διδάσκοντες που δεν συναινούν σε αγοραίες πρακτικές, ενόψει μάλιστα του Συνεδρίου της Ομοσπονδίας τους το Φλεβάρη, οφείλουν να απαντήσουν στη νέα επίθεση που εξαπολύεται και στο κομμάτι της Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Η απαίτηση να μην πληρώσει ούτε ένας φοιτητής και σπουδαστής από την τσέπη του για σίτιση, στέγαση, μεταφορές, αναλώσιμα, επανέρχεται στο προσκήνιο ως «κόκκινη γραμμή». Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν και τα αιτήματα για μόνιμο προσωπικό, για αναβάθμιση των υποδομών των Ιδρυμάτων, για μεταπτυχιακά χωρίς δίδακτρα. Απάντηση πρέπει να δοθεί και στο ζήτημα της βαθύτερης σύνδεσης των ΑΕΙ με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Και η απάντηση αυτή αντικειμενικά θέτει καθαρά επί τάπητος το ζήτημα «πανεπιστήμια για τα μονοπώλια ή το λαό;», το ζήτημα τελικά του χαρακτήρα της οικονομίας και της ανάπτυξης.

Το παρακάτω κείμενο επιδιώκει να δώσει βασικές απαντήσεις γύρω από τους λόγους και τις αιτίες της αναδιάρθρωσης των προγραμμάτων σπουδών.
Τονίζουμε ότι, αν και οι αλλαγές αυτές αποτελούν συστατικό στοιχείο των προσαρμογών των πανεπιστημίων-ΤΕΙ στην κατεύθυνση της πιο αποτελεσματικής και οργανικής σύνδεσης με τις ανάγκες του κεφαλαίου, υλοποιούνται σχετικά «αθόρυβα», σε επίπεδο Τμημάτων, χωρίς να προϋποθέτουν κεντρικές νομοθετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
Δεν είναι λίγες άλλωστε οι εξελίξεις σε αυτό το πεδίο και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, (όπως θα φανεί στη συνέχεια) η οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, διατηρεί σταθερά στην ατζέντα της το θέμα της πιστοποίησης και το δρομολογεί με ταχείς ρυθμούς.
Με αυτήν την έννοια απαιτείται από τις δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ έγκαιρος προσανατολισμός και στενή παρακολούθηση των εξελίξεων σε κάθε χώρο, αποφασιστική στροφή στην παρακολούθηση και παρέμβαση στο ίδιο το περιεχόμενο των σπουδών.
Πρόκειται για καθήκον που αφορά εν τέλει την προετοιμασία της αυριανής επιστημονικά ειδικευμένης εργατικής δύναμης, πάνω στον κεντρικό άξονα: Τι μαθαίνει και με τι όρους εντάσσεται στην εργασιακή διαδικασία. Συνδέεται με τα ερωτήματα ποιος και με τι κριτήρια αξιολογεί και πιστοποιεί τη διαδικασία διαμόρφωσης των νέων επιστημόνων.

Η ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ - ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
 Η αξιολόγηση, η πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών/πτυχίων/ αποφοίτων, το σύστημα πιστωτικών μονάδων (ECTS) και το Συμπλήρωμα Διπλώματος, το Ευρωπαϊκό και Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων είναι τα βασικά εργαλεία της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στοχεύουν, ήδη από τη Διακήρυξη της Μπολόνια, στη διαμόρφωση του αποκαλούμενου «Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης» (ΕΧΑΕ) και στην προώθηση της «Διά Βίου Μάθησης», ως προϋπόθεσης για τη διευκόλυνση της κινητικότητας.
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ελλάδας για την πιστοποίηση αποτυπώνεται στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού και Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, η οποία δεν προχωρά ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Ο Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης, στον οποίο αργότερα προστέθηκε και η έρευνα εξελίσσοντας τη στρατηγική του κεφαλαίου με τον τίτλο «Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας», έχει περιγραφεί από τα αστικά επιτελεία ήδη από τη Συνθήκη της Μπολόνια. Στην ουσία, αντανακλά τις επιπτώσεις των τάσεων διεθνοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών, των ταχύτατων αλλαγών της παραγωγικής δομής, της ευρύτερης εφαρμογής της επιστήμης στην παραγωγή, τα οποία επιφέρουν την ανάγκη αναδιοργάνωσης της εργασίας με γνώμονα τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου. Σε αυτήν την κατεύθυνση, τίθενται στο επίκεντρο της αστικής στρατηγικής τα στοιχεία της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού, της εναλλαγής θέσης και καθηκόντων στην παραγωγή, της «ευελιξίας» –όπως την αποκαλούν– των εργαζομένων, και του υψηλά ειδικευμένου πλέον προσωπικού, ώστε να προσαρμόζονται σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα, ακόμα και σε άρδην αλλαγή του αντικειμένου της εργασίας τους.
Πρόκειται για μια αντικειμενική διαδικασία που συνυπάρχει (με), αλλά και καθορίζεται από την ένταξή της στις αστικές εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής.
Πιο συγκεκριμένα, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χαρακτηρίζεται από την τάση σχετικής υποκατάστασης της ζωντανής –ανθρώπινης– εργασίας από την εργασία που ενσωματώνεται στα σύγχρονα μέσα παραγωγής. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ολοένα και περισσότερο δουλεύουν έμμεσα πάνω στο παραγόμενο προϊόν, μέσω των μηχανημάτων, των Η/Υ και των κάθε είδους υπολογιστικών συστημάτων που αποτελούν πλέον την τεχνολογική ραχοκοκαλιά της σύγχρονης κοινωνικής παραγωγής. Σε αυτήν τη βάση, η παραγωγική διαδικασία μετατρέπεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό σε τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης.
Αντανακλώντας αυτήν την αναγκαιότητα, μια σειρά αστικών μελετών αποτυπώνουν την τάση για σημαντική αύξηση των θέσεων εργασίας που απαιτούν υψηλότερη και μέση ειδίκευση (ιδιαίτερα στους τομείς των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών), την τάση μείωσης της χειρωνακτικής και ανειδίκευτης εργασίας, την αύξηση του βαθμού πολυπλοκότητας σε πολλές νέες θέσεις εργασίας ανεξαρτήτως του απαιτούμενου βαθμού ειδίκευσης, η οποία συνυπάρχει και με μια τάση απλοποίησης άλλων εργασιών έως και με την πλήρη αντικατάστασή τους, την επιτάχυνση των αλλαγών σε επαγγελματικά καθήκοντα, την αυξανόμενη σημασία της έρευνας και της καινοτομίας, τη δραστική μείωση της απασχόλησης στους κλάδους του λεγόμενου δευτερογενούς τομέα (μεταποίηση) και την αντίστοιχη ανάπτυξη στους κλάδους του λεγόμενου τριτογενούς τομέα, την αυξανόμενη σημασία της λειτουργίας των εργαζομένων στο πλαίσιο ομάδων.
Οι παραπάνω τάσεις της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων –και πρώτ’ απ’ όλα της βασικότερης παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου– δεν είναι χωρίς ταξικό πρόσημο. Ο ρυθμός και ο προσανατολισμός τους δεν καθορίζεται στενά από τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής και τις αντίστοιχες δυνατότητες κάλυψης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, αλλά από το βαθμό στον οποίο μπορούν να συμβάλλουν στην καπιταλιστική κερδοφορία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίφασης ανάμεσα στις σημερινές δυνατότητες των παραγωγικών δυνάμεων (και στην ανάπτυξή τους) από τη μία και στο σχετικά περιορισμένο βαθμό μετατροπής αυτής της δυνατότητας σε πραγματικότητα, λόγω της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής από την άλλη, είναι η σχετική υποτίμηση τομέων που δεν αποδίδουν επαρκές κέρδος (π.χ. αντισεισμική θωράκιση), οι περιορισμοί στη διάχυση της γνώσης μέσω των λεγόμενων πατεντών, η έρευνα για τη λεγόμενη «σχεδιασμένη αχρήστευση» των εμπορευμάτων κλπ.
Οι παραπάνω αντικειμενικές τάσεις στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιτάσσουν μεγαλύτερη εργασιακή κινητικότητα σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Το γεγονός όμως ότι αυτή η αύξηση της κινητικότητας γίνεται υπό την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής συνεπάγεται την αξιοποίησή της για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης μέσω της γενίκευσης των ελαστικών σχέσεων εργασίας, τις συνεχείς εναλλαγές εργασίας και ανεργίας κλπ. Επίσης, το κεφάλαιο αξιοποιεί την κινητικότητα του σύγχρονου, σε μεγάλο βαθμό επιστημονικού, εργατικού δυναμικού και τη συνεχή περιφορά του από κλάδο σε κλάδο και από κράτος σε κράτος, για να ενισχύσει κάθε φορά δραστηριότητες με υψηλές προοπτικές κερδοφορίας. Ο στόχος, λοιπόν, της κινητικότητας αφορά τη γρήγορη προσαρμογή των εργαζομένων σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα, αποκτώντας εξίσου γρήγορα τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται κάθε φορά.
Ορισμένα «εργαλεία» (αξιολόγηση, πιστοποίηση κλπ.) είναι ακριβώς τα ενοποιητικά εκείνα στοιχεία που θα εξασφαλίσουν (θεωρητικά) την ισοτιμία και αντιστοίχηση των εκπαιδευτικών συστημάτων και των αποφοίτων τους, ώστε να διευκολύνεται η κινητικότητα μέσω ενός ενιαίου συστήματος αποτίμησης των αποκαλούμενων «μαθησιακών αποτελεσμάτων», που είναι το Ευρωπαϊκό Σύστημα πιστωτικών μονάδων (ECTS για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και ECVET για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση). Στην ουσία, αποτιμάται η αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος σπουδών ή αποφοίτου σε σχέση με την παροχή άμεσα ή έμμεσα αξιοποιήσιμων γνώσεων από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι, για να πιστοποιηθεί ένα πρόγραμμα σπουδών, πρέπει να δίνει μετρήσιμα αποτελέσματα σε «γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες» (μαθησιακά αποτελέσματα) που συνιστούν τις άμεσες και μεσοπρόθεσμες στοχεύσεις του κεφαλαίου τόσο συνολικά όσο και σε κάθε κλάδο (εκεί δηλαδή που το κεφάλαιο έχει μεγάλα περιθώρια κερδοφορίας). Από αυτήν την άποψη άλλωστε παρατηρούμε και τη μεγάλη σημασία που έχει για το ευρωενωσιακό κεφάλαιο η ατζέντα των ικανοτήτων/δεξιοτήτων, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται και ανανεώνεται. Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται ο ρόλος των μηχανισμών εντοπισμού των κατάλληλων ικανοτήτων ανά κλάδο, η πρόβλεψη μελλοντικών εργασιακών περιγραμμάτων κ.ά.
Χαρακτηριστικά για την ομογενοποίηση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων είναι όσα αναφέρονται στην ιστοσελίδα Education and Training της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τις δεξιότητες: «Όταν μετακινείται κανείς προς αναζήτηση νέας δουλειάς ή για περαιτέρω εκπαίδευση, είτε εντός είτε εκτός συνόρων, τόσο οι εκπαιδευόμενοι όσο και οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να επιζητούν τη γρήγορη και εύκολη αναγνώριση των προσόντων και δεξιοτήτων τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει διάφορα εργαλεία στήριξης της αναγνωρισιμότητας και σαφήνειας των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, ώστε να διευκολύνεται τόσο η εκπαίδευση όσο και η εργασία οπουδήποτε στην Ευρώπη».
Επίσης, στο κείμενο «EU skills Panorama 2014 - higher education graduates»1 αναφέρονται τα εξής: «Οι πιο σημαντικές δεξιότητες όπως επισημαίνονται από τους εργοδότες, όταν ερωτώνται για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αφορούν τη συνεργατική δουλειά (δουλειά σε ομάδα), την εξειδίκευση ανά τομέα δουλειάς, δεξιότητες επικοινωνίας, χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, προσαρμοστικότητας σε νέες συνθήκες, γραφής και ανάγνωσης, καθώς και αναλυτικής σκέψης και ικανότητας επίλυσης δύσκολων προβλημάτων». Και παρακάτω: «Σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον εργασίας, οι νεότεροι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να έχουν part-time, προσωρινές ή πρόχειρες δουλειές, οι οποίες μπορούν να μειώσουν τις πιθανότητες για περαιτέρω εκπαίδευση. Παρόλ’ αυτά, με τη στήριξη του κράτους, οι προσωρινές δουλειές μπορεί να είναι μια καλή “γέφυρα” ή μεταβατικό στάδιο που λειτουργεί ως τεστ για τους νέους ανθρώπους, ώστε να τσεκάρουν τις ικανότητες και τις προτιμήσεις τους».
Στo πλαίσιo αυτό, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Συσσώρευσης και Μεταφοράς Πιστωτικών Μονάδων (ECTS) στην ουσία αποτελεί το εργαλείο της αντιστοίχησης των εθνικών συστημάτων πιστωτικών μονάδων2, που εξειδικεύτηκε περαιτέρω σε επίπεδο ΕΕ με τον Οδηγό για το ECTS (2009). Εκεί τέθηκε και ο όρος «φοιτητικο-κεντρικό σύστημα» ή «μαθησιακο-κεντρικό σύστημα» (learner-centered system), εννοώντας τη μετάβαση από τις μορφές της κλασικής μετάδοσης της γνώσης και διδασκαλίας προς μια προσανατολισμένη εκπαίδευση ατομικά στο φοιτητή. Όπως άλλωστε και ο εξωραϊστικός όρος της «μαθητοκεντρικής» εκπαίδευσης που περιγράφει και η πρόταση της Επιτροπής Διαλόγου για το Λύκειο, έτσι και αυτός ο όρος επιλέχτηκε για να απαλύνει τις συνέπειες που απορρέουν από τη λογική της διά βίου περιπλάνησης και των λεγόμενων «ατομικών ροών εκπαίδευσης», που στην πράξη μεταθέτουν την ευθύνη της μόρφωσης ατομικά στο φοιτητή, με κριτήριο να είναι πιο ανταγωνιστικός αύριο ως εργαζόμενος, πιο ελκυστικός στις εταιρίες και στα κριτήρια της αγοράς.
 Όσον αφορά το Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων, όπως και το Πλαίσιο Προσόντων, αυτά έχουν καταρτιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτιμούν τα παραπάνω μαθησιακά αποτελέσματα και από τους αποκαλούμενους τρεις τύπους εκπαίδευσης: Την τυπική, τη μη τυπική εκπαίδευση και την άτυπη3  μάθηση. Προς το παρόν, τα μαθησιακά αποτελέσματα από τη μη τυπική και άτυπη εκπαίδευση παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες (και στη χώρα μας) να ενσωματωθούν στο ενιαίο σύστημα αποτίμησης, ακριβώς λόγω της μη θεσμικής φύσης τους.

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 Η αποκαλούμενη «ακαδημαϊκή πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών» καθιερώθηκε στην Ελλάδα με το νόμο 4009/2011 (νόμος Διαμαντοπούλου). Σε πρώτη φάση προβλέπεται να πιστοποιηθούν τα νέα προγράμματα σπουδών (ή αυτά που κατατίθενται μετά από το νόμο-πλαίσιο), ενώ παλιότερα προγράμματα σπουδών, που δεν αλλάζουν, θεωρούνται πιστοποιημένα έως την αλλαγή τους. Όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία, τα νέα προγράμματα σπουδών εγκρίνονται αρχικά από τον Πρύτανη των ΑΕΙ μετά από εισήγηση της κοσμητείας και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου. Σε επόμενη φάση παραπέμπονται στην Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ), για να ολοκληρωθεί τελικά η διαδικασία της «πιστοποίησης».
Η διαδικασία της πιστοποίησης περιλαμβάνει τη συγκριτική αξιολόγηση ανάμεσα σε προγράμματα σπουδών ομοειδών Τμημάτων, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, σε επίπεδο ΕΕ. Περιλαμβάνει δε όλα τα προγράμματα σπουδών, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, διά βίου και εξ αποστάσεως, όπως και αυτά του «σύντομου κύκλου» που προέβλεπε ο νόμος-πλαίσιο (διετή και μονοετή προγράμματα σπουδών, τα οποία προς το παρόν δεν έχουν προχωρήσει).
Τη γενική διαδικασία εποπτεύει η ΑΔΙΠ. Όπως εύγλωττα αναφέρει η ΑΔΙΠ4, πρόκειται για μια διαδικασία αποτίμησης και ελέγχου της αφομοίωσης των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων στο ίδιο το περιεχόμενο σπουδών, έτσι ώστε τα αστικά κράτη να έχουν μια πιο εποπτική εικόνα. Να θυμίσουμε ότι η ΑΔΙΠ επιβλέπει και τη διαδικασία της αξιολόγησης, εσωτερικής (αυτοαξιολόγηση) και εξωτερικής (από Έλληνες και ξένους «εμπειρογνώμονες» ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους επιστημονικών φορέων και επαγγελματικών ενώσεων).
Με βάση την ετήσια έκθεση αξιολόγησης για το ακαδημαϊκό έτος 2013-14, οι εσωτερικές αξιολογήσεις των Τμημάτων έχουν ολοκληρωθεί, ενώ έχει προχωρήσει η πλειοψηφία των εξωτερικών αξιολογήσεων των Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Είναι χαρακτηριστικές οι εκθέσεις των εξωτερικών αξιολογήσεων των περισσότερων Τμημάτων. Εκεί διαφαίνονται τα εξής: α) Η ανάγκη πιο οργανικής σύνδεσης των προγραμμάτων σπουδών (δομή, διάρκεια, περιεχόμενο) με την αγορά και β) η έμφαση στην ερευνητική δουλειά του ΔΕΠ, στη διοργάνωση μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων, αποσπώντας σε κάποιες περιπτώσεις μαθήματα του προπτυχιακού κύκλου και αποδυναμώνοντας έτσι και τη διδασκαλία βασικών επιστημονικών γνώσεων σε αυτόν. Επίσης, επιμονή στην καλύτερη σύνδεση της έρευνας με τις στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου σε κάθε κλάδο, (ανάπτυξη των σχετικών υποδομών, αποφυγή της γραφειοκρατίας κλπ.).
Ενδιαφέρον έχουν, για παράδειγμα, οι παραινέσεις των εξωτερικών αξιολογητών προς τις πολυτεχνικές Σχολές να σπάσουν τις προπτυχιακές σπουδές σε δύο κύκλους (3 έτη + 2 έτη), εκ των οποίων ο δεύτερος να παρέχεται και στην αγγλική γλώσσα. Επισημαίνουν επίσης ότι οι Έλληνες καθυστερούν να μπουν στην αγορά εργασίας και προτείνουν ως λύση τη μείωση του χρόνου σπουδών και τη διά βίου περιπλάνηση. Επίσης, συμβουλεύουν τα Ιδρύματα να υιοθετήσουν Σχολές Διδακτορικών, με σημαντική μείωση των υποψήφιων διδακτόρων και μείωση του χρόνου εκπόνησης της διατριβής. Επιπλέον, επιμένουν πολύ στη «συνεργασία» φοιτητών, διδασκόντων και επαγγελματιών, εννοώντας για τους μηχανικούς τις μεγάλες κατασκευαστικές, ούτως ώστε να μην υπάρχει «σπατάλη δεξιοτήτων» και να εκπαιδεύονται οι αυριανοί επιστήμονες εργαζόμενοι ακριβώς στα πεδία που ενδιαφέρουν το κεφάλαιο. Τέλος, στις περισσότερες εξωτερικές αξιολογήσεις δίνεται βάρος στην «ευελιξία» των αυριανών επιστημόνων, τόσο ως προς τις γνώσεις όσο και ως προς την προσωπική στάση τους (attitude), που, με βάση τις εκτιμήσεις τους, αποκτιέται μέσω ενός πιο περιορισμένου και στοχευμένου προγράμματος σπουδών. Η κατεύθυνση για διαφοροποιημένα μαθησιακά προγράμματα συνδέεται φυσικά και με τις νέες τάσεις στον τεχνικό καταμερισμό εργασίας, στις διαφοροποιημένες απαιτήσεις για το νέο διευθυντικό, εποπτικό και εκτελεστικό εργατικό δυναμικό.
Ειδικό ρόλο έχει παίξει η Κοινοτική Οδηγία 36/2005/ΕΚ (σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων), με την ενσωμάτωση της οποίας στην ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζονται πτυχία του εξωτερικού, ακόμα και τριετούς κύκλου σπουδών, ως ισότιμα με αντίστοιχα ελληνικά, μετά από την παρέλευση δύο χρόνων εργασίας στη χώρα υποδοχής για τα μη νομοθετικά ρυθμιζόμενα, και χωρίς τέτοια προϋπόθεση για τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα (μηχανικοί, γιατροί, γεωπόνοι, μαίες κ.ά.). Η συγκεκριμένη Οδηγία υπήρξε και το «καταφύγιο» των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσης τα προηγούμενα χρόνια, προκειμένου να προχωρήσουν περαιτέρω την αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές, να διευκολύνουν με αυτόν τον τρόπο, και θεσμικά, την πολυδιάσπαση και πολυκατηγοριοποίηση πτυχίων και αποφοίτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε συχνά επίκληση στη συγκεκριμένη Οδηγία σε παρεμβάσεις του αλλά και σε επερωτήσεις στη Βουλή, προκειμένου, για παράδειγμα, να αναγνωριστούν τελικά τα ΚΕΣ, τα κολέγια κλπ.5 Με τη λογική τού «ό,τι είναι ευρωενωσιακό είναι θέσφατο» δείχνουν έτσι την απόλυτη συμφωνία και ταύτισή τους με τον πυρήνα της αστικής στρατηγικής, την περαιτέρω προσαρμογή της εκπαίδευσης, στη δομή και στο περιεχόμενό της, στα κελεύσματα των μονοπωλίων.
Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι ακόμα και μέσω των αξιολογήσεων των ακαδημαϊκών Μονάδων ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα προγράμματα σπουδών, δηλαδή στο τι μαθαίνουν και πώς, οι αυριανοί εργαζόμενοι. Η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, επομένως, έρχεται πιο εστιασμένα να λύσει τα προβλήματα που απορρέουν, για παράδειγμα, από τα «πλαδαρά» προγράμματα σπουδών που υπάρχουν στα ελληνικά ΑΕΙ, τα πολλά μαθήματα επιλογής που είναι μακριά από τις στοχεύσεις των μεγάλων επιχειρήσεων, την «πολλή ακαδημαϊκότητα» ορισμένων προγραμμάτων. Πατάει βέβαια σε μια πραγματικότητα, διαμορφωμένη πάλι από την αστική στρατηγική στην εκπαίδευση και την εξέλιξή της, την επίδραση της ανισόμετρης ανάπτυξης στο εκπαιδευτικό πανεπιστημιακό μοντέλο της Ελλάδας. Έτσι, το προηγούμενο διάστημα διογκώθηκαν προγράμματα σπουδών, στο πλαίσιο μιας δήθεν «ελευθερίας επιλογών» και στην κατεύθυνση της ατομικής διαδρομής του φοιτητή προς το πτυχίο. Σύμφωνα με αυτήν την εξέλιξη, ο φοιτητής μπορούσε να επιλέξει από μια μεγάλη γκάμα μαθημάτων επιλογής, με κριτήριο λιγότερο τα ενδιαφέροντά του και περισσότερο το «τι ζητάει η αγορά». Έτσι, δίπλα στον κύριο κορμό των μαθημάτων συγκροτήθηκαν μια σειρά μαθήματα, πολλές φορές πολύ μακρινά από το επιστημονικό αντικείμενο, που παράλληλα «θώπευαν» φιλοδοξίες διδασκόντων, διαμόρφωναν και στερέωναν τις συμμαχίες της κάθε αστικής κυβέρνησης στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Να σημειώσουμε με βάση τα παραπάνω ότι η πιστοποίηση δεν είναι απλώς μια άλλη αξιολόγηση, αλλά πρόκειται στην ουσία για την κωδικοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με μετρήσιμους όρους και με τα στάνταρντς της αγοράς, ώστε να είναι πιο εύχρηστα και προσβάσιμα για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Να επισημάνουμε επίσης ότι η πιστοποίηση, όπως και η αξιολόγηση, συνδέονται στενά με την ίδια τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, ως μέσο πίεσης για την εφαρμογή των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής για τον ΕΧΑΕ. Ο νόμος 4009 χαρακτηριστικά αναφέρει: «Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης, ο υπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων μπορεί, με απόφασή του, να περιορίσει τη χρηματοδότηση του ιδρύματος και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραμμα σπουδών ή το ίδρυμα, ανάλογα με το αντικείμενο της πιστοποίησης (πρόγραμμα σπουδών ή εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος)».
Στην Ελλάδα, η δυσκολία της προώθησης της πιστοποίησης και του συστήματος των πιστωτικών μονάδων έχει να κάνει με την καθυστέρηση της διαδικασίας της αξιολόγησης. Σήμερα, που πλέον έχει ολοκληρωθεί ένας κύκλος εσωτερικής (από τους ίδιους τους συντελεστές του κάθε ανώτατου Τμήματος) και εξωτερικής (από εξωτερικούς αξιολογητές, επιχειρήσεις κ.ά.) αξιολόγησης, προχωρά με πιο γοργούς ρυθμούς η πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών, που καθιερώθηκε με το νόμο-πλαίσιο (4009/2011) και επιβλέπεται από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ). Όπως αναφέρει η ΑΔΙΠ, τα βασικά κριτήρια πιστοποίησης που προβλέπονται στο άρθρο 72 «Κριτήρια Πιστοποίησης» του Ν. 4009/11 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
1. Η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και ο προσανατολισμός του προγράμματος σπουδών.
2. Τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα σύμφωνα με το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων Ανώτατης Εκπαίδευσης.
3. Η δομή και η οργάνωση του προγράμματος σπουδών.
4. Η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού έργου.
5. Η καταλληλότητα των προσόντων του διδακτικού προσωπικού.
6. Η ποιότητα του ερευνητικού έργου της ακαδημαϊκής μονάδας.
7. Ο βαθμός σύνδεσης της διδασκαλίας με την έρευνα.
8. Η ζήτηση στην αγορά εργασίας των αποκτώμενων προσόντων.
9. Η ποιότητα των υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως οι διοικητικές υπηρεσίες, οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.
Με βάση τα παραπάνω, έχει ξεκινήσει η αναδιαμόρφωση των προγραμμάτων Σπουδών πολλών τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, με στόχο να προσαρμοστούν πιο οργανικά στα παραπάνω κριτήρια.
Φυσικά, όπως είδαμε και πιο πριν, οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών είναι σε ένα βαθμό αντικειμενικές, παρακολουθούν τις εξελίξεις κάθε επιστημονικού αντικειμένου, με αποτέλεσμα να αλλάζει το περιεχόμενο μαθημάτων, να προστίθενται, αλλά και να αφαιρούνται μαθήματα που πιθανά ανταποκρίνονται σε ξεπερασμένες, αναθεωρημένες γνώσεις και ανάγκες της παραγωγής. Από αυτήν την άποψη, το ζήτημα της αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών μπορεί να γίνει και στοιχείο της απαίτησης, της διεκδίκησης του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, με την έννοια ότι πρέπει να απαιτείται από το διδακτικό προσωπικό η συστηματική παρακολούθηση των επιτευγμάτων του κάθε επιστημονικού αντικειμένου, η ουσιαστική ενασχόληση με το πρόγραμμα σπουδών και την παρακολούθηση της επιστήμης, η συγγραφή νέων σύγχρονων κάθε φορά συγγραμμάτων, και όχι η επανάπαυση και τα απαρχαιωμένα συχνά συγγράμματα.
Τα προηγούμενα χρόνια έχουν αλλάξει συχνά προγράμματα σπουδών διάφορων Τμημάτων, σε ένα βαθμό γιατί το επέβαλαν οι ίδιες οι επιστημονικές εξελίξεις, κυρίως δε γιατί το απαιτούσαν οι εξελίξεις της καπιταλιστικής παραγωγής στον αντίστοιχο κλάδο. Φυσικά, σε όλη αυτήν τη διαδικασία ρόλο έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν και διάφορα μέλη ΔΕΠ, τα οποία στους ανταγωνισμούς τους για τα ερευνητικά προγράμματα, λόγω ακόμα ματαιοδοξίας, επιδίωκαν να ισχυροποιούν τα δικά τους μαθήματα μέσα στα προγράμματα σπουδών, τις δικές τους κατευθύνσεις, ανάλογα και με τη δύναμη που είχαν μέσα στις συνελεύσεις Τμήματος. Έτσι, στα προγράμματα σπουδών αποτυπώνονται και οι συσχετισμοί σε ένα βαθμό στα ΔΕΠ. Επίσης, στις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών παρεμβαίνουν και οι επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις, με συντεχνιακές προτάσεις και αιτήματα, ενώ δε λείπουν οι περιπτώσεις όπου ο λόγος των ενώσεων αυτών είναι καθοριστικός [το παράδειγμα της ΣΕΜΦΕ –Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ– όπου το πρόγραμμα σπουδών, προκειμένου οι απόφοιτοι να μπορούν να εγγράφονται στο ΤΕΕ, έπρεπε να εγκριθεί από το ίδιο το ΤΕΕ (!), είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό].
Η γενική κατεύθυνση βέβαια είναι να προσαρμόζεται ολοένα και περισσότερο το περιεχόμενο σπουδών στα δεδομένα της αγοράς, να προχωρά περισσότερο η αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές. Για παράδειγμα, βλέπουμε να αποσπάται από το προπτυχιακό επίπεδο η δυνατότητα άσκησης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, ακόμα και η δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό ΑΣΕΠ (που σε προηγούμενη φάση, το 1998, άλλωστε, επέτεινε την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος) για τους αποφοίτους των λεγόμενων «καθηγητικών σχολών». Επίσης εισάγονται διάφορες κατευθύνσεις στο 3ο ή 4ο έτος σπουδών, οι οποίες εκφράζουν και τις νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις στην καπιταλιστική Ελλάδα, όπως η τουριστική αξιοποίηση της πολιτιστικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς κ.ά. Αφαιρούνται επίσης πολλά μαθήματα επιλογής, με το πρόσχημα της ελάφρυνσης του φόρτου εργασίας, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα την τεράστια έλλειψη διδακτικού προσωπικού, αλλά και ενισχύοντας κυρίως τις κατευθύνσεις εκείνες που έχουν ενδιαφέρον για τις μεγάλες επιχειρήσεις του κάθε κλάδου. Σε αρκετά Τμήματα συζητιέται η εισαγωγή διπλωματικής εργασίας στο τελευταίο έτος, εκεί όπου δεν υπάρχει, (εδώ να επισημάνουμε ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του δε συνιστά αρνητική εξέλιξη, είναι και δική μας θέση υπό προϋποθέσεις, στο βαθμό που δεν προετοιμάζει περαιτέρω σπάσιμο των σπουδών), ενώ καταγράφονται και πολλές αλλαγές σε σχέση με τις πρακτικές ασκήσεις, που αλλού γίνονται υποχρεωτικές, αλλού προαιρετικές, χωρίς να υπάρχει ενιαία εικόνα. Αρκετή κουβέντα γίνεται επίσης τελευταία για την αλλαγή των διδακτικών μονάδων των παλιών προγραμμάτων σπουδών σε πιστωτικές, με βάση το ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα. Χαρακτηριστικό είναι ακόμα το παράδειγμα των Πολυτεχνικών και Γεωτεχνικών σχολών όπου, λόγω της πενταετούς διάρκειας σπουδών, επιχειρούν εδώ και χρόνια να αναγνωριστούν τα πτυχία ως master και ακολουθούν μια αντίστοιχη διάρθρωση σπουδών που προσομοιάζει με προετοιμασία κύκλων σπουδών (προπτυχιακή εργασία στα 3 χρόνια σε κάποια Τμήματα, πτυχιακή ή διπλωματική εργασία στο τελευταίο έτος). Οι παραπάνω αλλαγές προφανώς, παρακολουθούν τις αντίστοιχες εξελίξεις σε προγράμματα σπουδών αντίστοιχων Σχολών και Τμημάτων του εξωτερικού, κυρίως για να διευκολύνουν την κινητικότητα των μεταπτυχιακών και ερευνητών, καθώς και του υψηλά ειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού.
Μετά την καπιταλιστική κρίση και με το δεδομένο της δυσκολίας ανάκαμψης για το κεφάλαιο, φαίνεται πως η αντιστοίχηση των προγραμμάτων σπουδών σε επίπεδο ευρωενωσιακό γίνεται πιο κρίσιμη. Το πρόγραμμα Erasmus+, συγκεντρώνοντας πλέον και παλιότερα προγράμματα που αφορούσαν την κινητικότητα νεολαίας, περιλαμβάνει στα ΑΕΙ τη μετακίνηση και ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ χωρών της ΕΕ για μέρος των σπουδών ή πρακτική άσκηση. Δεν είναι λίγοι πλέον οι φοιτητές που επιλέγουν να ενταχτούν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα διερευνητικά, προκειμένου να δουν τι ελπίδες έχουν να βρουν δουλειά στο εξωτερικό μετά το πτυχίο, λόγω και της μεγάλης ανεργίας στην Ελλάδα. Μπαίνουν έτσι από πολύ νωρίς στη διαδικασία να βρουν επιχειρήσεις του εξωτερικού, να δουλέψουν εκεί κυρίως μέσω προγραμμάτων ανταλλαγής για πρακτική άσκηση, συνήθως με την προοπτική να επιστρέψουν στη χώρα υποδοχής αναζητώντας δουλειά μετά το πτυχίο. Η τάση αυτή αυξάνεται συνεχώς και στα ΤΕΙ.
Τελευταία σηκώθηκε πολύς καπνός για τη διατήρηση των διδακτικών μονάδων από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τη ΝΔ να κάνει αντιπολίτευση για το δήθεν Grexit των ελληνικών πτυχίων. Φυσικά, η συγκυβέρνηση έσπευσε να διευκρινίσει ότι οι διδακτικές μονάδες θα αντιστοιχίζονται πλήρως στις πιστωτικές και κανένας ανησυχητικός λόγος δε συντρέχει για τη λειτουργία των προγραμμάτων διά βίου μάθησης, την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, το προχώρημα του Πλαισίου Προσόντων. Δηλαδή η αποσύνδεση του πτυχίου από το επάγγελμα προχωρά, είτε με πιστωτικές είτε με διδακτικές μονάδες. Στην ουσία, η αντιστοίχηση των κύκλων σπουδών σε ένα σύνολο πιστωτικών ή διδακτικών μονάδων (60 για ένα έτος, 180 για 3 έτη και 240 για τις 4ετείς σπουδές), παράλληλα με τη δυνατότητα πλέον ίδρυσης διετών, ακόμα και μονοετών προγραμμάτων σπουδών (με τις αντίστοιχες πιστωτικές μονάδες), διαμορφώνει το περιβάλλον εκείνο για τη μεγαλύτερη και ταχύτερη περιπλάνηση των φοιτητών από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, από κατάρτιση σε κατάρτιση.
Ειδικότερα, η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών συμπυκνώνει τις βασικές κατευθύνσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του νέου χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης για την Ελλάδα. Έτσι, με βάση τα κριτήρια της ΑΔΙΠ, αποτιμάται καταρχάς για κάθε πρόγραμμα σπουδών η ένταξη των αποφοίτων του σε ένα από τα επίπεδα: 6 (πτυχίο Πανεπιστημίων-ΤΕΙ), 7 (μεταπτυχιακός τίτλος) και 8 (διδακτορική διατριβή) του Πλαισίου Προσόντων, με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα. Επίσης, καταγράφονται τα μαθησιακά αποτελέσματα για κάθε μάθημα ξεχωριστά (σε δεύτερο επίπεδο βέβαια και για κάθε φοιτητή ξεχωριστά), όπου λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων η δυνατότητα χρήσης νέων τεχνολογιών, η προσαρμοστικότητα σε νέα περιβάλλοντα, η εργασία σε διεθνές περιβάλλον, η παραγωγή νέων ερευνητικών ιδεών κ.ά. Επιπλέον, μετρώνται και άλλες παράμετροι, όπως η δυνατότητα παρακολούθησης του κάθε μαθήματος από εξ αποστάσεως φοιτητές, η χρήση Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας στη διδασκαλία, η παρακολούθηση του μαθήματος από φοιτητές Erasmus κ.ά. Αν και αυτές οι παράμετροι έχουν τη λογική της ποσοτικοποίησης των κεντρικών κατευθύνσεων και μπορεί να δίνουν την εντύπωση μιας τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής διαδικασίας (στοιχείο στο οποίο και μόνο μένουν στην κριτική τους άλλες δυνάμεις), ωστόσο είναι σαφές ότι αποκρυσταλλώνει την ουσία των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
 Στη δική μας αντίληψη, ενταγμένη στην πρόταση του Κόμματος για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση της σοσιαλιστικής εξουσίας, τα προγράμματα σπουδών σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο δεν μπορούν παρά να παρακολουθούν τις εξελίξεις του ίδιου του αντικειμένου και τις ανανεούμενες ανάγκες και προτεραιότητες της σοσιαλιστικής παραγωγής, να προσαρμόζονται σε αυτές, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα τις αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε χώρας με φιλολαϊκή κατεύθυνση. Εντάσσονται στο γενικότερο κεντρικό σχεδιασμό.
Από αυτήν την άποψη, προφανώς και θα υπάρχουν συστήματα ποιοτικής και ποσοτικής αποτίμησης της συμβολής των προγραμμάτων σπουδών στις γενικότερες κατευθύνσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά και τις πιο ειδικές που αφορούν την εξέλιξη των επιστημών. Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά την αξιολόγηση γενικά, αλλά τους σκοπούς και τα κριτήρια που η ίδια η κοινωνία θέτει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών αποτελεί ειδική –εκπαιδευτική– λειτουργία για την προώθηση των νέων κοινωνικών σχέσεων και φυσικά την αναπαραγωγή της επιστημονικά ειδικευμένης εργατικής δύναμης.
Σε αυτές τις συνθήκες, το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών (ως προς τη δομή και το περιεχόμενό του), εντασσόμενο στον κεντρικό σχεδιασμό, συγκροτείται από ομάδες εργασίας επιστημόνων ειδικών, εκπροσώπων των εργατών της σοσιαλιστικής παραγωγής σε κάθε κλάδο, εκπροσώπων των φοιτητών. Θα είναι ενιαίο, ως προς τα βασικά του στοιχεία, για όλες τις αντίστοιχες σχολές στην Ελλάδα.
Πιο ειδικά, τα προγράμματα σπουδών πρέπει να εξασφαλίζουν τη βάση για την κοινωνική ένταξη και τη διαμόρφωση κοσμοαντίληψης στο φοιτητή, ήδη από τα πρώτα έτη, που θα περιλαμβάνει μαθήματα καταρχάς φιλοσοφίας και Ιστορίας, μέσα από τη διαλεκτική υλιστική προσέγγιση. Επιπλέον, θα εμβαθύνει στα ειδικότερα ζητήματα της επιστήμης, με μεθοδολογικό και συστηματικό τρόπο, συνθετικά και αξιοποιώντας την ανάλυση και τη σύνθεση διαλεκτικά, αναδεικνύοντας τη σχέση ειδικού και γενικού μέσα από κάθε επιμέρους γνωστικό πεδίο, αξιοποιώντας τις θεωρητικές και εφαρμοσμένες πτυχές του κάθε αντικειμένου.
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί η θεωρία να διαχωρίζεται από την εφαρμογή ή να μην είναι η σχέση τους ισορροπημένη στη δομή ενός προγράμματος σπουδών, ανάλογα βέβαια και με τη φύση του αντικειμένου. Στο πλαίσιο της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα παραπάνω διασφαλίζονται με ένα πλούσιο και διαβαθμισμένο συνδυασμό θεωρητικών μαθημάτων, διαλέξεων και σεμιναρίων, με εργαστηριακά και πρακτικά μαθήματα, άσκηση σε εφαρμογές, εργασίες και ασκήσεις πεδίου και υπαίθρου κοκ., ανάλογα και με το αντικείμενο σπουδών. Τα μαθήματα των πρώτων ετών θα διασφαλίζουν τη βασική σφαιρική επιστημονική γνώση του επιστημονικού αντικειμένου, τη διαμόρφωση στέρεου υπόβαθρου που θα επιτρέπει τη συνολική επισκόπηση του συγκεκριμένου επιστημονικού αντικειμένου σε όλες τις διαφοροποιήσεις του και, από τα μεγαλύτερα έτη, θα εισάγονται τα υπόλοιπα ζητήματα, σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο, επίσης διαβαθμισμένα κατά λογικό, εννοιολογικά και ιστορικά, τρόπο. Αντίστοιχα, τα θεωρητικά μαθήματα των επιμέρους αντικειμένων θα συνδυάζονται με τα αντίστοιχα εργαστηριακά και πρακτικά, ώστε ο φοιτητής να μπορεί, στα μεγαλύτερα έτη, να αναπτύσσει συνδυαστική, συνθετική δραστηριότητα, να εισάγεται στην επιστημονική εργασία, να μπορεί να καταπιάνεται και με ζητήματα έρευνας αιχμής στο εκάστοτε γνωστικό πεδίο.
Στην αντίληψή μας, το κάθε πρόγραμμα σπουδών πρέπει να περιλαμβάνει με δημιουργικό τρόπο την πρακτική άσκηση του φοιτητή στο πεδίο που καλείται να εργαστεί.
Η ουσιαστική πρακτική άσκηση σε σοσιαλιστική παραγωγική μονάδα, υπηρεσία ή ακαδημαϊκή μονάδα, με την έννοια της ανάληψης δουλειάς και καθηκόντων σε μελλοντικό χώρο δουλειάς, βοηθά το φοιτητή να δει την εφαρμογή της πιο θεωρητικής γνώσης στην παραγωγή και γενικότερα στην κοινωνική εργασία. Φυσικά, πρόκειται για περίοδο πρακτικής άσκησης για την οποία ο φοιτητής θα εργάζεται όπως οι υπόλοιποι εργαζόμενοι σε αντίστοιχο πόστο δουλειάς, ενώ ταυτόχρονα, και ακριβώς επειδή είναι ασκούμενος και η άσκησή του αποτελεί μέρος της εκπαίδευσής του, θα υπάρχει ουσιαστική και πλήρης εποπτεία του Τμήματος στο οποίο φοιτά (άλλωστε, η συνεργασία των φορέων όπου τοποθετούνται ασκούμενοι, με τις αντίστοιχες ακαδημαϊκές μονάδες, αλλά και τα συμβούλια εργαζομένων και φοιτητών, θα είναι διαρκής). Σημειώνουμε, επίσης, ότι αυτή η περίοδος πρακτικής άσκησης θα είναι ουσιαστική συνέχεια της πρακτικής εξάσκησης και προετοιμασίας του φοιτητή για την άσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, που, όπως είδαμε, θα διαπνέει με διάφορες μορφές το σύνολο του προγράμματος σπουδών.
Τέλος, η διπλωματική εργασία μπορεί να αποτελεί στο τελευταίο επίπεδο τη διαδικασία εκείνη όπου ο φοιτητής θα συνδυάζει την αποκτώμενη γνώση στα διάφορα πεδία, θα φέρνει σε πέρας μέσα από μια ολοκληρωμένη συλλογιστική μια εργασία με όλες τις παραμέτρους του επιστημονικού του αντικειμένου, παρέχοντάς του παράλληλα τη δυνατότητα να εμβαθύνει σε πεδία της προτίμησής του. Στην αντίληψή μας, η διπλωματική εργασία χρειάζεται ώστε στο τέλος των σπουδών του ο φοιτητής να αποδεικνύει την ετοιμότητά του για μια πιο ολοκληρωμένη συνθετική επιστημονική δουλειά, με περιεχόμενο ζητήματα αιχμής στην αντίστοιχη επιστήμη και διαπιστωμένες ανάγκες της κοινωνίας που τίθενται προς επίλυση στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού. Επαναλαμβάνουμε τη θέση μας για μεταπτυχιακές σπουδές που θα έχουν σκοπό την προώθηση της παραγωγής νέας γνώσης και θα ολοκληρώνονται με την απονομή του διδακτορικού διπλώματος.
Όλα τα παραπάνω θα εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών και θα διατίθενται γι’ αυτά οι απαιτούμενες εκπαιδευτικές ώρες (στο πλαίσιο του αναλυτικού ωρολόγιου προγράμματος) και οι αντίστοιχοι πόροι.
Βασικός άξονας ανάδειξης της θέσης είναι ότι το δικαίωμα εξάσκησης του επαγγέλματος κατοχυρώνεται αυτόματα με την απόκτηση του πτυχίου, η ανάγκη δηλαδή το πτυχίο να είναι η μόνη προϋπόθεση για το επάγγελμα αλλά ταυτόχρονα και η απόκτησή του να διασφαλίζει άμεσα την επαγγελματική συνέχεια στο αντικείμενο σπουδών, δυνατότητα που δίνεται αποκλειστικά σε συνθήκες κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.
Υπογραμμίζουμε τη θεμελιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των συνθηκών στις οποίες ο φοιτητής θα σπουδάζει στα πανεπιστήμια της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης σε σχέση με τις αντίστοιχες στο σημερινό αστικό πανεπιστήμιο. Στην πρώτη περίπτωση, η περίοδος των σπουδών θα είναι εκείνη κατά την οποία το κράτος αναλαμβάνει να προετοιμάσει τον αυριανό εργαζόμενο για την ένταξή του στην παραγωγική διαδικασία, στη βάση του σχεδιασμού ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών από την εργατική εξουσία.
Γι’ αυτό και το κράτος αναλαμβάνει να διαμορφώσει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (από την άποψη της μέριμνας και των συνθηκών σπουδών) ώστε ο φοιτητής να μπορεί να προετοιμαστεί απερίσπαστος και απρόσκοπτα γι’ αυτόν το σκοπό. Άλλωστε, είναι το ίδιο το κράτος που του εξασφαλίζει την άμεση τοποθέτηση στην παραγωγή ή στην υπηρεσία μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του, ώστε να μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα για το οποίο προετοιμάστηκε και έτσι να συμβάλλει στους σκοπούς της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Γι’ αυτόν το λόγο και οι σπουδές είναι, τρόπον τινά, η «δουλειά» του φοιτητή και άρα από αυτήν απορρέουν και τα αντίστοιχα καθήκοντα και υποχρεώσεις, όπως η έγκαιρη ολοκλήρωση των σπουδών, που προϋποθέτει την επιτυχή παρακολούθηση του προγράμματος σπουδών και της ροής του, ώστε να μπορέσει άμεσα και στον προβλεπόμενο και σχεδιασμένο χρόνο να αναλάβει τα καθήκοντα που του αναλογούν σε χώρο δουλειάς, στη βάση των σπουδών του. Κάτι τέτοιο, προφανώς, δεν ισχύει και δεν μπορεί να ισχύσει σε συνθήκες καπιταλισμού, αφού ιδιαίτερα ο φοιτητής εργατολαϊκής καταγωγής έχει να αντιμετωπίσει σημαντικά βάσανα που απορρέουν από την οικονομική κατάσταση του ίδιου και της οικογένειάς του, χωρίς μάλιστα να έχει και τη διασφάλιση ότι η περίοδος των σπουδών θα του εξασφαλίσει το μέλλον του, ενώ πολύ συχνά αναγκάζεται να δουλεύει ταυτόχρονα με τις σπουδές του. Άρα, επ’ ουδενί δε συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις γι’ αυτόν σε σχέση με το φοιτητή του πανεπιστημίου της Ενιαίας Ανώτατης Σοσιαλιστικής Εκπαίδευσης.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι σε συνθήκες εργατικής εξουσίας κανένας απόφοιτος σχολείου δεν υφίσταται την πίεση της ατομικής αναζήτησης επαγγελματικής αποκατάστασης σε μια άναρχη «αγορά εργασίας», αφού η ένταξή του στην παραγωγική διαδικασία διασφαλίζεται ανεξάρτητα από το αν θα επιλέξει να συνεχίσει σε πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδές ή όχι.
Ταυτόχρονα, για το σύνολο των εργαζόμενων στο σοσιαλισμό, ανάλογα και με την ειδικότητα και την εργασιακή τοποθέτηση, δημιουργείται δίκτυο περιοδικής επιμόρφωσης.
Η πλατιά γενική μόρφωση και η βαθιά γνώση του επαγγελματικού αντικειμένου αποτελεί το θεμέλιο αφομοίωσης και κατανόησης των εξελίξεων σε κάθε τομέα και κλάδο, αλλαγής ειδικοτήτων κ.ά. Το εργατικό κράτος παίρνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να υπάρχει συστηματική ανανέωση και ανατροφοδότηση των γνώσεων, με επικαιροποιημένα προγράμματα διδασκαλίας που γίνεται –ανάλογα με τον κλάδο, την ειδικότητα και το επίπεδο– στα πανεπιστήμια ή τις επαγγελματικές σχολές, αξιοποιώντας και μορφές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (αλληλογραφία, διαδίκτυο κ.ά.).
Το δωρεάν σύστημα συνεχούς επιμόρφωσης και η φροντίδα για την ανάπτυξή του είναι οργανικό στοιχείο του Κεντρικού Σχεδιασμού, εργαλείο για την ισόρροπη κατανομή του εργατικού και επιστημονικού δυναμικού με βάση τις ανάγκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας και οικονομίας. Είναι δρόμος για τη συνολική ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των εργαζόμενων μαζών, για την απαγκίστρωση από ένα επάγγελμα, την αλλαγή ειδίκευσης με βάση και τα προσόντα και τις ικανότητες των εργαζομένων, που ο καπιταλισμός δεν μπορεί γενικά να ικανοποιήσει ή να αφήσει να εκφραστούν.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ
 Αν και, όπως επισημάναμε ήδη, οι αλλαγές που γίνονται στα προγράμματα σπουδών ακολουθούν προφανώς την κεντρική κατεύθυνση, η παρακολούθησή τους απαιτεί εξειδίκευση ανά χώρο, επαφή με το συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο και τις επιμέρους εξελίξεις σε κάθε κλάδο. Έτσι, αλλαγές που μπορεί καταρχάς να φαίνονται αντιφατικές, εξηγούνται αν σκύψουμε πάνω στις ιδιαίτερες εξελίξεις, στην ίδια τη φύση του επιστημονικού αντικειμένου, ακόμα περισσότερο αν ψάξουμε τις εξελίξεις στις σπουδές και στον αντίστοιχο κλάδο με βάση τη διεθνή εμπειρία. Είναι επομένως μια σύνθετη δουλειά που προϋποθέτει στενή συνεργασία με τα Τμήματα της ΚΕ, που χρειάζεται να αναλάβουν μερίδιο ευθύνης. Ταυτόχρονα, απαιτείται να γίνει πρώτ’ απ’ όλα υπόθεση των Οργανώσεων του Κόμματος και της ΚΝΕ σε κάθε χώρο και στο πλαίσιο αυτό να συμβάλλουν ακόμα και μεταπτυχιακοί, υποψήφιοι διδάκτορες του χώρου, ερευνητές και μέλη ΔΕΠ του χώρου.
Πάνω απ’ όλα όμως απαιτεί την κατανόηση ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής δουλειάς του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στον κάθε χώρο, πτυχή της ιδεολογικής διαπάλης ανάμεσα στις κομμουνιστικές-επιστημονικές ιδέες και το αστικό και μικροαστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο.
Ξεχωριστής σημασίας ζήτημα αποτελεί η κατανόηση ότι το αστικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να επιστρέψει σε παλιότερες, πιο «ακαδημαϊκές» μορφές. Άρα και ότι με την παρέμβαση των κομμουνιστών μέσα στο κίνημα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η υπεράσπιση του παλιού αστικού πανεπιστημίου που προβάλλεται από άλλες δυνάμεις και αντικειμενικά δεν αποτελεί γραμμή υπεράσπισης των εργατικών, λαϊκών συμφερόντων. Να αναδεικνύεται με πειστικότητα και επιχειρηματολογημένα ότι η πρόταση του ΚΚΕ για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε τις σύγχρονες εξελίξεις, να αποκαλύψουμε το ταξικό τους πρόσημο, να διαμορφώσουμε αιτήματα ρήξης και ανακούφισης μέσα στο κίνημα.
Είναι στο επίκεντρο της παρέμβασής μας, για παράδειγμα, η αποστέωση των προγραμμάτων σπουδών από τα θεωρητικά μαθήματα, ή αντίστροφα το βάρος που μπορεί να δίνεται στη θεωρία σε κάποια αντικείμενα και να υποσκελίζεται το κομμάτι της εφαρμογής τους. Είναι στα αιτήματά μας η διπλωματική εργασία και η πρακτική άσκηση σε όλα τα επιστημονικά αντικείμενα, καθώς το πρώτο βοηθά να γίνεται στο τέλος των σπουδών μια πιο ολοκληρωμένη συνθετική επιστημονική δουλειά, ενώ το δεύτερο βοηθά το φοιτητή να δει την εφαρμογή της πιο ακαδημαϊκής, θεωρητικής γνώσης στην παραγωγή και γενικά την κοινωνική εργασία. Ταυτόχρονα επιδιώκουμε μέσα και από τη δική μας ιδεολογική παρέμβαση να γίνεται κάθε φορά κατανοητό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται κάθε επιστήμη και οι ειδικοί όροι της. Αντίθετα, απαιτούμε να βγουν από τα προγράμματα σπουδών όλα τα μαθήματα επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, που γίνονται τις περισσότερες φορές σε συνεργασία με τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων, όπου ορισμένα δυνάμει θετικά ορθολογικά στοιχεία της οργάνωσης της παραγωγής και της έρευνας ταυτίζονται με το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους.
Επιπλέον, όσο σύνθετο κι αν είναι το ζήτημα της προάσπισης του επιστημονικού περιεχομένου των σπουδών, πρέπει να γίνει υπόθεση του φοιτητικού κινήματος, μέσα σε όλες τις δυσκολίες και τους αρνητικούς συσχετισμούς του. Με παρεμβάσεις συλλογικής διεκδίκησης μέσα στις επιτροπές προγραμμάτων σπουδών που έχουν συγκροτηθεί, στις συνελεύσεις των Τμημάτων, στις Κοσμητείες και στις Συγκλήτους.
Δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στους Συλλόγους που το ψηφοδέλτιο της Πανσπουδαστικής έχει την απόλυτη πλειοψηφία ή βρίσκεται στην πρώτη θέση. Επιδιώκουμε να συζητιέται με έναν πιο οργανωμένο και συλλογικό τρόπο το ζήτημα του περιεχομένου σπουδών στο πλαίσιο των Συλλόγων.
Είναι πρώτιστα ευθύνη των κομματικών και των ΚΝίτικων δυνάμεων να προσανατολίζεται η ζωή των Συλλόγων έτσι ώστε να παρακολουθούμε τις συνεδριάσεις των Τμημάτων, των επιτροπών για το πρόγραμμα σπουδών, να οργανώνουν τη λειτουργία τους ώστε να αποτελεί το πρόγραμμα σπουδών σταθερό προσανατολισμό στις γενικές συνελεύσεις των φοιτητών.

ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ
 Προφανώς δεν είναι μια εύκολη δουλειά. Τα ζητήματα του περιεχομένου σπουδών, όπως αποτυπώνονται στα προγράμματα σπουδών, απαιτούν σε βάθος μελέτη τόσο της αστικής σκέψης, των εξελίξεων στους κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής, όσο και μελέτη των δικών μας θεωρητικών αρχών και εργαλείων, της επιστημονικής θεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού. Όμως δεν μπορούμε να πάμε με προαπαιτούμενα. Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία που θα γεννά ανάγκες και ταυτόχρονα θα δίνει νέες δυνατότητες. Σε κάθε περίπτωση, το κύριο είναι να δημιουργηθεί η ενιαία κόκκινη κλωστή που θα δένει τον προβληματισμό και την ανησυχία για τους όρους μόρφωσης των φοιτητών με τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών.
Τα βήματα που έχουν γίνει ως προς το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο των σπουδών σε μια σειρά τμήματα πανεπιστημίων χρειάζεται να γενικευτούν. Δεν αποτελεί άλλο ένα καθήκον, όσο κι αν μπορεί έτσι να εκληφθεί. Η ουσιαστική στροφή σε αυτόν τον τομέα δουλειάς θα δώσει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε με καλύτερους όρους –και όσο περνάει από το χέρι μας– την αυριανή επιστημονική βάρδια στο πλάι της κομμουνιστικής υπόθεσης, να διευρύνουμε ταυτόχρονα την επικοινωνία μας με χιλιάδες φοιτητές που προβληματίζονται για τους όρους της μόρφωσής τους, ασφυκτιούν από τα αδιέξοδα που το καπιταλιστικό σύστημα βάζει στις ζωές τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
* Κείμενο του Τμήματος Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ.
2. Στην Ελλάδα το ECTS καθιερώθηκε με τους νόμους 3374/2005 και 1466/2007.
3. Τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι το σύστημα της πρωτοβάθμιας, της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μη τυπική εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση που παρέχεται σε οργανωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση πιστοποιητικών αναγνωρισμένων σε εθνικό επίπεδο. Περιλαμβάνει την αρχική επαγγελματική κατάρτιση, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων. Άτυπη μάθηση είναι οι μαθησιακές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκτός οργανωμένου εκπαιδευτικού πλαισίου, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, στο πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου ή επαγγελματικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Περιλαμβάνει τις κάθε είδους δραστηριότητες αυτομόρφωσης, όπως η αυτομόρφωση με έντυπο υλικό ή μέσω διαδικτύου ή με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ποικίλων εκπαιδευτικών υποδομών, καθώς και τις γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτά το άτομο από την επαγγελματική εμπειρία του.
4. Βλ. «Εισαγωγικό Σημείωμα», στο ΑΔΙΠ: «Πρόταση Ακαδημαϊκής Πιστοποίησης Προγραμμάτων Σπουδών», Σεπτέμβρης 2013, σελ. 1. Η «Πρόταση» δημοσιεύεται ολόκληρη στην ιστοσελίδα της ΑΔΙΠ, στο σύνδεσμο: http://www.adip.gr/index.php? option=com_content&view=article&id=154&Itemid=253&lang=el

5. Βλ. σχετικά Επίκαιρη Ερώτηση του 2007 του Αλαβάνου για τα ΚΕΣ, στην τοποθέτηση του οποίου αναφέρεται: «Εάν αρθεί η λειτουργία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών, δε δημιουργείται καμία σύγκρουση ανάμεσα στο άρθρο 16 και στην Οδηγία 36/2005». Αλλά και πρόσφατη Ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ (11.2.2014) αναφέρει: «Μπορεί το υπουργείο να δεσμευτεί ότι δε θα δώσει τη δυνατότητα στο ΣΑΕΠ να αναγνωρίζει τίτλους προερχόμενους από κολλέγια που συνεργάζονται με παρόχους εκτός ΕΕ, π.χ., Αμερικάνικα Πανεπιστήμια (Indianapolis, ALBA, Deree κτλ.), κάτι το οποίο θα αποτελούσε παράβαση της Κοινοτικής Οδηγίας 2005/36/ΕΚ». Δηλαδή εντός της ΕΕ δεν υπάρχει πρόβλημα…
Τεύχος: 2016 Τεύχος 4
του Τμήματος Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ

MKRdezign

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget