Latest Post
20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΓΡΟΤΕΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΑΝΕΛ ΑΝΕΡΓΙΑ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΡΘΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΒΙΝΤΕΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ ΒΟΥΛΗ ΓΑΛΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ Δ.Ν.Τ. ΔΑΝΕΙΑ ΔΑΝΙΑ ΔΕΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΕΣ ΕΒΕ ΕΕΔΥΕ ΕΙΡΗΝΗ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2015 ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΩΤΗΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΥΡΩΒΟΥΛΗ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΗΠΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΙΡΑΚ ΙΡΑΝ ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗ ΛΙΑΝΑ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΚΕ ΚΝΕ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΜΕΠ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΛΟΚΑ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ν.Δ ΝΑΤΟ ΝΕΟΛΑΙΑ ΝΕΟΝΑΖΙ ΟΑΕΔ ΟΓΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΟΤΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΜΕ ΠΑΣΕΒΕ ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΠΟΕ-ΟΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΡΩΣΙΑ ΣΕΒ ΣΕΡΒΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ Ε.Ε. ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΣΥΡΙΑ ΣΥΡΙΖΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΡΑΜΠΟΥΚΙΣΜΟΙ ΤΡΟΜΟΚΤΑΤΙΑ ΤΣΙΠΟΥΡΟ ΥΓΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΧΙΟΜΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ TV

Τέρμα στις αυταπάτες με την «επανάσταση» των μικροαστών
Σε έναν κόσμο σε αναταραχή και κρίση η διαχείριση των εναλλακτικών πολιτικών είναι πάντα πολύπλοκη και πολλά φαινόμενα εκφράζονται με διάφορες μορφές που δεν αντανακλούν το πραγματικό τους περιεχόμενο. Σε αυτό το άρθρο, θα κάνουμε μια προσπάθεια να αποκαλύψουμε την πραγματική ταυτότητα ορισμένων αναδυόμενων κινημάτων που παρουσιάζονται ως η αναγκαία εναλλακτική στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, που όμως επί της ουσίας προβάλλουν ένα ψευτοκίνημα που δε θα επιφέρει καμιά αλλαγή στην υλική βάση αυτής της τάξης πραγμάτων που οι ίδιοι αναγνωρίζουν ως βαθιά άδικη.
Ουτοπικές και ανεδαφικές προτάσεις αλλά ξεκάθαρα ταξικές
Εμβαθύνουμε στο πρόγραμμά τους που συνεχώς αλλάζει, σα να πρόκειται για παλίμψηστο χειρόγραφο (σ.σ. περγαμηνές στην αρχαιότητα που γράφονταν, σβήνονταν και ξαναγράφονταν) και στις αδύναμες αρχές τους που τροποποιούνται ανάλογα με τις δηλώσεις των αρχηγών τους, για να δώσουμε την πραγματική ταυτότητα των προτάσεων και των στόχων τους. Καταλήγουμε, λοιπόν, γρήγορα στο συμπέρασμα ότι το πραγματικό ιστορικό τους καθήκον περιορίζεται σε αυτό που με τόση σαφήνεια προσδιορίζει ο φιλόσοφος και μέλος του «Podemos», Σαντιάγκο Αλμπα Ρίκο, ο οποίος σε μια πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι «χρειάζεται μια επανάσταση, μια επανάσταση που δε θα αποστραγγίξει όλες τις πηγές καταπίεσης και αλλοτρίωσης, αλλά θα μας επιτρέψει να είμαστε - επιτέλους - μερικές φορές ρεφορμιστές και σχεδόν πάντα συντηρητικοί».
Ενας εύστοχος προσδιορισμός που όχι μόνο επισημαίνει τα πραγματικά όρια της πολιτικής τους πρότασης, αλλά και καθιστά απολύτως σαφή τον ταξικό της χαρακτήρα. Μια μικρή και μεσαία αστική τάξη, μη ολιγαρχική, καταδικασμένη να εξαφανιστεί σε μια γοργή και προοδευτική διαδικασία καπιταλιστικής συγκέντρωσης και που στους κόλπους της υπάρχει πλήθος κοινωνικών αντιθέσεων που δημιουργούνται και εντείνονται από έναν παρακμάζοντα καπιταλισμό που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη ζωής στον πλανήτη, που επιδιώκει να γυρίσει πίσω τον τροχό της Ιστορίας και αρνείται τις αναγκαιότητες του καπιταλισμού, προκειμένου να συνεχίσει να αναπαράγεται ως ηγεμονικό σύστημα. Ενας καπιταλισμός με «ανθρώπινο πρόσωπο», ελεύθερο ανταγωνισμό, όπου τα μονοπώλια υποχωρούν μπροστά στις ανάγκες καταστηματαρχών και μεσαζόντων και στο πλαίσιο του οποίου αυτοί, προς όφελος της συνύπαρξης μεταξύ λευκών και ισότιμων πολιτών, εκχωρούν μέρος των κερδών τους, μέσω της άμεσης προοδευτικής φορολογίας, για να διατηρήσουν καλές κοινωνικές υπηρεσίες και σημαντικές δωρεές στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ώστε, με αυτό τον τρόπο, να προσπαθήσουν να ανακόψουν το κύμα των πεινασμένων που καταστρέφουν την ευημερία του κυριακάτικου τραπεζιού της αστικής πατριαρχικής οικογένειας περνώντας το φράχτη της Μελίγια ή καταλήγοντας πνιγμένοι στη Μεσόγειο.
Πρόκειται για έναν ιδιοτελή ιδεαλισμό, σε ευθεία αντίθεση με τις ιστορικές ανάγκες της τάξης που παράγει τα πάντα, που τον αξιοποιεί ή/και τον διαχειρίζεται η διανόηση του συστήματος για να διαιωνίζεται αναπαράγοντας αντικατοπτρισμούς μιας πραγματικής και εφικτής κοινωνικής εναλλακτικής μακριά από την προοδευτική συσσώρευση δυνάμεων στην πάλη των τάξεων και στην κατάκτηση της Εξουσίας από την εργατική τάξη.
Η ανάλυση αυτή αφορά το «Podemos», τη νέα σοσιαλδημοκρατία, που με τον πανταχού παρόντα μοβ κύκλο του (το σύμβολό της) μάς θυμίζει πολύ τις περίφημες πολύχρωμες επαναστάσεις που από τη Γεωργία μέχρι τη Βενεζουέλα, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, λειτούργησαν ως αντανάκλαση της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού στη λεγόμενη «αραβική άνοιξη» όπου, παρά τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην Αίγυπτο, την Τυνησία, τη Λιβύη και τη Συρία, στο τέλος ο λαός μέτρησε θύματα, ενώ ο ιμπεριαλισμός βγήκε ενισχυμένος ως προς τη γεωστρατηγική του θέση. Μια απαράδεκτη τακτική, με τόσο σύντομη πορεία όπως των Ελλήνων αδερφών τους που διαπραγματεύονται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και που, για να συνεχίσουν να επιβιώνουν, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να αποδεχτούν τη στρατηγική της ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού, για να παραμείνουν εφικτή εναλλακτική στο πλαίσιο του συστήματος.
Κατά την άποψη του Εστέμπαν Ερνάντεθ στο βιβλίο του «Το τέλος της μεσαίας τάξης», που τη συνοψίζει ο Αλμπα Ρίκο, η μεσαία τάξη γίνεται οικονομικό και ιδεολογικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού και η αριστερά χρειάζεται να την εξετάσει και να την καθοδηγήσει ώστε να απελευθερώσει τον «ισχυρό» και «συντηρητικό» χαρακτήρα της που πλέον δεν προσφέρει τίποτα. Εκεί βρίσκεται η ιδεολογική μήτρα του πολιτικού αυτού ρεύματος που εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, κερδίζοντας οπαδούς με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η παρουσία του στις οθόνες των τηλεοράσεων και προχωράει η αποϊδεολογικοποίηση του εργατικού κινήματος και των πολιτικών και συνδικαλιστικών του οργανώσεων.
Πραγματική κοινωνική απελευθέρωση σημαίνει ρήξη με την εξουσία του κεφαλαίου
Αυτά είναι πραγματικά τα βασικά στοιχεία της συζήτησης που θα έπρεπε να κάνει σήμερα κάθε αντικαπιταλιστής αγωνιστής και στα οποία οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες καλούμε ολόκληρη την τάξη μας και τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα να πάρουν θέση, για να ξεκινήσει μια πραγματική αντεπίθεση ενάντια στο σύστημα που, για να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή του, μας αρνείται όλα αυτά που έχουμε κερδίσει με αγώνες. Αυτό το πλαίσιο, που δεν έχει σύντομο μονοπάτι και που είναι αναμφισβήτητα δύσκολο και συνεπάγεται δεσμεύσεις, είναι το μόνο που θα μας επιτρέψει να πορευτούμε στο δρόμο της πραγματικής κοινωνικής απελευθέρωσης και το μόνο που μπορεί να ενσωματώσει το σύνολο των επιμέρους συγκρούσεων που εκφράζονται στην κοινωνία ως παγκόσμια πηγή της Επανάστασης και στήριγμα της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας.
Γι' αυτό, αν εκτιμούμε ότι οι ιδέες είναι δύναμη μόνο όταν διεισδύουν στις μάζες, πρέπει να θέσουμε ως επείγον καθήκον, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να είναι ικανό να ενσωματώνει στο σχέδιο πάλης για το Σοσιαλισμό και την εργατική - λαϊκή εξουσία πλατιά τμήματα του πληθυσμού που αντικειμενικά πλήττονται από τον καπιταλισμό στην παρούσα φάση ανάπτυξής του (τον ιμπεριαλισμό). Ο στόχος αυτός επιβάλλει την ώρα που παρεμβαίνουμε δημόσια να υπερβαίνουμε τα όριά μας και, υπερασπιζόμενοι το συνεπές επαναστατικό μας πρόγραμμα, να αναπτύσσουμε μια τακτική που να συντονίζεται πλήρως με το γενικό συμφέρον των ανθρώπων (που αντικειμενικά είναι αντικαπιταλιστικό) και να πετύχουμε έτσι την αποτελεσματική στοίχιση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με το επαναστατικό καθήκον, επειδή το ταυτίζουν με τη συνεπή υπεράσπιση συγκεκριμένων αναγκών και συμφερόντων τους.
Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σύγχυση που υπάρχει στο ρεφορμιστικό πρόγραμμα, που, ενώ παρέχει διαρκώς νέες ανάσες στο σύστημα, καλεί τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα να πάρουν μέρος στο δήθεν συλλογικό εγχείρημα των πολιτών, που μπορεί σε επίπεδο τακτικής στα άμεσα ζητήματα να κατευθύνεται από τη μικρή και μεσαία αστική τάξη, στρατηγικά όμως το προσανατολίζουν και καθορίζουν ο ιμπεριαλισμός και τα μεγάλα μονοπώλια.
Ο Ομπάμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, το «Ποδέμος», ο Ολάντ, η Ντίλμα Ρουσέφ, η Μαϊντάν της Ουκρανίας, η Ταχρίρ της Αιγύπτου, η Αλταμίρα στη Βενεζουέλα, η Χομς στη Συρία, η Βεγγάζη στη Λιβύη, το καθένα με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του ανάλογα με το ρόλο που έχει προσχεδιαστεί να διαδραματίσει ο λαός (να γεμίσει πλατείες, να ανατρέψει αναχρονιστικούς σατράπηδες, να αλλάξει κυβερνήσεις στις κάλπες, με πραξικοπήματα ή παίρνοντας τα όπλα) ενώνουν τις φωνές τους στο ίδιο υπερταξικό σύνθημα Yes we can («Ναι μπορούμε») να μεταρρυθμίσουμε το σύστημα και να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής όλου του «κόσμου». Ωραίο όνειρο αλλά στον καπιταλισμό σε περίοδο κρίσης η πραγματικότητα δείχνει άμεσα τα όρια των μεταρρυθμίσεων και υποχρεώνει τον καθένα να παίξει το ρόλο που του αντιστοιχεί χωρίς να ξεφεύγει ούτε στο ελάχιστο από αυτό που προβλέπεται.
Από το 1789, όταν στους δρόμους της επαναστατημένης Γαλλίας ο λαός γέμισε με πτώματα τις πλατείες για να φέρει την τότε ανερχόμενη αστική τάξη στην εξουσία, είναι πολλές οι εμπειρίες και οι νεκροί που έδωσε ο εργαζόμενος λαός προς όφελος εντέλει της αστικής τάξης. Ας βάλουμε τέλος σε αυτόν τον καταστροφικό φαύλο κύκλο στον οποίο εμπλέκονται όλοι οι ηττημένοι που δεν αντιλαμβάνονται ότι, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε η Κομμούνα και επισφράγισε το 1917, είναι δυνατό να γίνει έφοδος στον ουρανό και να έρθει η εργατική τάξη στην Εξουσία με την ιστορική αποστολή να καταστρέψει ό,τι δε χρειαζόμαστε από αυτό το σύστημα - δηλαδή σχεδόν όλα - και να οικοδομήσουμε από τις στάχτες το νέο πραγματικό παράδειγμα χειραφέτησης και απελευθέρωσης που χρειάζεται επιτακτικά η Ανθρωπότητα. Παλεύοντας ενάντια στη νέα σοσιαλδημοκρατία.
***
Σημ: Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την ιστοσελίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος των Λαών της Ισπανίας
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Του
Χούλιο ΝΤΙΑΖ μέλους της ΚΕ του ΚΚ των Λαών της Ισπανίας





Αφίσα του
Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας
που κυκλοφόρησε
 στις εκλογές του 1920, γράφει:
«Οι ψηφοφόροι υιοθετούν
 τη στάση σας! Δικτατορία των
 τραπεζιτών ή δικτατορία των εργαζομένων;»
Ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει απόσπασμα από το βιβλίο του Ρ. Π. Ντατ «Φασισμός και κοινωνική επανάσταση», γραμμένο το 1934, εκδόσεις «Συγχρονη Εποχή».
Ο φασισμός δεν έλκει μόνο ιστορικά την προέλευσή του κατά κύριο λόγο από τη σοσιαλδημοκρατία, υπό την έννοια ότι πολλοί εκ των βασικών ηγετών του προέρχονται από το συγκεκριμένο χώρο: ο Μουσολίνι, πρώην εκδότης της «Avanti», επίσημου οργάνου των Ιταλών σοσιαλιστών, ο Πιλσούντσκι, πρώην ηγέτης του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο Μόσλι, πρώην υπουργός στη δεύτερη κυβέρνηση των Εργατικών, με πρωθυπουργό τον ΜακΝτόναλντ.
Ο φασισμός εκπορεύεται ιδεολογικά κυρίως από τις τακτικές στις οποίες έχει ήδη καταλήξει η σοσιαλδημοκρατία.
Αναζητώντας τα ίχνη του
Είναι εφικτή η απόπειρα να ανακαλύψει κανείς πρώιμα ίχνη και τάσεις στις προπολεμικές μη μαρξιστικές μορφές σοσιαλισμού, τα οποία ήδη υπαινίσσονταν απόψεις που αργότερα αποτέλεσαν συστατικά του φασισμού: Λόγου χάρη, ο «εθνικού» τύπου σοσιαλισμός του Λασάλ (οι βουλευτές του λασαλικού κόμματος, σημειωτέον, ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις του 1870, εν αντιθέσει με την αποχή των μαρξιστών), οι πρωσικές τάσεις και η ερωτοτροπία με τον Βίσμαρκ, τα πιστωτικά σοφίσματα του Προυντόν και η αντίθεσή του στην ταξική πάλη, η λατρεία της βίας από τον Σορέλ, «οι κοινωνικοί μύθοι» για τη μαζική παραπλάνηση και η αόριστη αποκήρυξη της δημοκρατίας, η συνδικαλιστική λατρεία των «επαγγελματικών» διαχωριστικών γραμμών, η φαβιανή εξύμνηση του υπερταξικού κράτους. Ο ήδη προϋπάρχων κοινωνικός σοβινισμός του Χάιντμαν και η μεγάλη ναυτική αναταραχή. Οι φασίστες συγγραφείς αναζητούν τους πνευματικούς προγόνους τους σε τρεις βασικές πηγές: Στον Ματσίνι1 (ο παλιός φιλελεύθερος δημοκράτης θα έβγαινε από τον τάφο του), στον Προυντόν και τον Σορέλ2. Ωστόσο, αυτό αποτελεί απλή μυθοπλασία. Ο φασισμός είναι, ουσιαστικά, προϊόν της μεταπολεμικής γενικής κρίσης του καπιταλισμού και δεν έχει κανέναν πνευματικό πρόγονο. Ο φασισμός είναι, στην πράξη, η αποβολή που απορρέει από την αποτυχημένη κυοφορία της προλεταριακής κοινωνικής επανάστασης.
Ιδεολογικές συνάφειες
Χίτλερ - Χίντεμπουργκ. Ο στρατάρχης Χίντεμπουργκ είχε εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας και με τις ψήφους των σοσιαλδημοκρατών
Χίτλερ - Χίντεμπουργκ. Ο στρατάρχης Χίντεμπουργκ είχε εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας και με τις ψήφους των σοσιαλδημοκρατών
Από το 1914, όταν η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε ευθέως το μαρξισμό και το διεθνισμό, άρχισαν να εμφανίζονται τα συναφή με το φασισμό χαρακτηριστικά ιδεολογικά ρεύματα. Τυχόν μελέτη των κυριότερων ακραίων εκφράσεων που διατύπωσαν οι σοσιαλιστές υπέρμαχοι του πολέμου, ειδικότερα οι Λενς, Πάρβους και Κούνοφ στη Γερμανία, ο Ερβέ στη Γαλλία ή ο Μπλάτσφορντ στην Αγγλία, θα αποκάλυπτε πολλές εντυπωσιακές ομοιότητες με το μετέπειτα φασισμό. «Σε αυτόν τον παγκόσμιο πόλεμο», έγραψε ο Λενς το 1916, «η Γερμανία ολοκληρώνει την επανάστασή της» (χαρακτηριστική η αναφορά στην «επανάσταση» για να καλυφθεί η πιο ακραία δικτατορία των μονοπωλίων και ο σοβινισμός), «στην κεφαλή της Γερμανικής Επανάστασης στέκει ο Μπέθμαν-Χόλβεγκ3». Ο Κούνοφ δήλωσε ότι η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να προσαρμοστεί στον ιμπεριαλισμό και να απαλλαγεί από τα υπολείμματα της φιλελεύθερης - δημοκρατικής ιδεολογίας αναφορικά με το «δικαίωμα των εθνών στην πολιτική ανεξαρτησία». «Η Αγγλία στον πόλεμο», έγραψε ο σοσιαλιστής υπέρμαχος του πολέμου Χένις, «αντιπροσωπεύει την οπισθοδρόμηση, ενώ η Γερμανία την αξιακή αρχή της επανάστασης». Ολα αυτά αποσαφηνίζουν τη χρήση της «επαναστατικής» φρασεολογίας και της αποκήρυξης των απαρχαιωμένων «φιλελεύθερων - δημοκρατικών» προκαταλήψεων προκειμένου να καλυφθεί, στην πράξη, η πλήρης δουλική υποταγή στο μονοπωλιακό καπιταλισμό και το σοβινισμό. Η άρνηση του διεθνισμού, η διακήρυξη της ταξικής ενότητας ή της «ιερής ανακωχής» και η υπηρέτηση του καπιταλιστικού κράτους στο όνομα της «σοσιαλιστικής» ή της «επαναστατικής» φρασεολογίας, όλα αυτά αποτελούν την κοινή αφετηρία της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας από το 1914 και, σε μια πιο εξελιγμένη μορφή, του φασισμού.
Γόνιμο έδαφος
Ο Μπενίτο Μουσουλίνι κρατούμενος από την ελβετική αστυνομία το 1903 την περίδο που ήταν σοσιαλδημοκράτης
Ο Μπενίτο Μουσουλίνι κρατούμενος από την ελβετική αστυνομία το 1903 την περίδο που ήταν σοσιαλδημοκράτης
Ωστόσο, η μεταπολεμική περίοδος είναι η εποχή που η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία μετατρέπεται σε πραγματικά γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη του φασισμού. Η σοσιαλδημοκρατία ανέκυψε από τον πόλεμο με δυο πολύ εμφανή χαρακτηριστικά: Πρώτον, τη στενή ταύτιση κάθε κόμματος με το «εθνικό», δηλαδή ιμπεριαλιστικό, κράτος και την άρνηση κάθε μορφής διεθνισμού εκτός του επίσημου «διαύλου επικοινωνίας» σε ανώτατο επίπεδο, δεύτερον, την ταξική συνεργασία, με τη μορφή των υπουργικών συμμαχιών και των συνδικαλιστικών συνεργασιών, για τη συμβολή στην επίτευξη της καπιταλιστικής ευμάρειας ως τον απαραίτητο όρο για την ευημερία της εργατικής τάξης. Θα καταστεί εμφανές ότι αυτές οι βασικές αρχές ήδη εγγίζουν εκείνες του «εθνικοσοσιαλισμού».
Η σοσιαλδημοκρατία, μετά από τον πόλεμο, ήρθε αντιμέτωπη με δυο στόχους: Πρώτον, να νικήσει την επανάσταση της εργατικής τάξης, δεύτερον, να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση της κατακερματισμένης καπιταλιστικής δομής. Ο πρώτος έφερε τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία σε στενή συμμαχία με τους αντιδραστικούς στρατοκρατικούς κύκλους της Λευκής Φρουράς και την εκπαίδευσε να αναλαμβάνει την κυβερνητική ευθύνη στις δολοφονίες των μαχητικών εργατών. Ο δεύτερος στόχος της καπιταλιστικής ανοικοδόμησης, όταν έκλεισε η περίοδος των εμφυλίων που ξέσπασαν αμέσως μετά από τον πόλεμο, απαίτησε την πιο στενή συνεργασία της σοσιαλδημοκρατίας και των συνδικάτων με το μονοπωλιακό καπιταλισμό.
Νέα θεωρητική βάση
1919 σύλληψη «Σπαρτακιστή» από την Ράιχσβερ της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης
1919 σύλληψη «Σπαρτακιστή» από την Ράιχσβερ της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης
Η συνεργασία της σοσιαλδημοκρατίας με τον καπιταλισμό, κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης και σταθεροποίησης, απαίτησε την ανάπτυξη μιας αντίστοιχης νέας ιδεολογίας. Η κυρίαρχη ιδεολογία από την εποχή του πολέμου, για τον «εθνικό κίνδυνο» και την αναγκαία ενότητα για την αντιμετώπιση του «κοινού εχθρού», δεν εξυπηρετούσε πλέον εν καιρώ ειρήνης. Στην περίοδο της ανοικοδόμησης και της σταθερότητας, ήταν αναγκαία η δημιουργία μιας νέας θεωρητικής βάσης. Η κατάρρευση του καπιταλισμού, όπως υποστήριζαν, δεν ήταν προς το συμφέρον της εργατικής τάξης, η εργατική τάξη απαιτούσε έναν ακμάζοντα καπιταλισμό ως βάση για την άνοδο του σοσιαλισμού, «δεν έχει νόημα να κοινωνικοποιείς τη μιζέρια» δήλωνε ο Κάουτσκι, καταδεικνύοντας την «οικονομική καταστροφή» της Ρωσίας ως προειδοποίηση των συνεπειών που θα είχε ο άλλος δρόμος. Ο καπιταλισμός δεν είχε ακόμα εξαντλήσει τα όρια της ανάπτυξής του, είχε μπροστά του ακόμα την εξέλιξη προς μια νέα ανθηρή περίοδο του «οργανωμένου καπιταλισμού», αυτός ήταν ο δρόμος προς το σοσιαλισμό. Καθήκον των εργατών ήταν να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση του καπιταλισμού, στην αύξηση της παραγωγής και στην ανάπτυξη του νέου εξορθολογισμένου «οργανωμένου καπιταλισμού», με αυξανόμενη συμμετοχή σε οικονομικό επίπεδο μέσω των συνδικάτων («οικονομική δημοκρατία», Μοδισμός) και σε πολιτικό με την είσοδο της σοσιαλδημοκρατίας στην κυβέρνηση, αυτός ήταν ο πραγματικός δρόμος ανάπτυξης, εν αντιθέσει με τις «καταστροφικές» πολιτικές του κομμουνισμού. Κατά την περίοδο της σταθεροποίησης, του εξορθολογισμού και της βραχύβιας διετούς άνθησης μεταξύ 1927-1929, αυτή η νέα ιδεολογία της σοσιαλδημοκρατίας έφτασε στο απόγειό της.
Υποταγή στις ανάγκες του καπιταλισμού
Ο μαρξισμός άρχισε, λίγο ως πολύ, να εξοστρακίζεται ανοιχτά, κυρίως από την ηγεσία των συνδικάτων, αν και επισήμως παρέμενε στο πρόγραμμά τους. Ο Τάρνοφ, κορυφαίος Γερμανός συνδικαλιστής θεωρητικός, υποστήριξε ρητά στο Συνέδριο της Γερμανικής Ομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων στο Μπρέσλαου ότι:
«Ο μαρξισμός, ως η κορυφαία ιδεολογία του κινήματος της εργατικής τάξης, έχει ξεπεραστεί. Ομως, το πραγματικά ισχυρό μαζικό κίνημα δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αντίστοιχη ιδεολογία και συνεπώς εμείς, οι ηγέτες των συνδικάτων, πρέπει να δημιουργήσουμε μια καινούργια».
Η ουσία της «καινούργιας ιδεολογίας» ήταν, στην πραγματικότητα, η πάλαι ποτέ προμαρξιστική (αρχικά φιλελεύθερη, αργότερα φαβιανή και τελικά φασιστική) θεωρία της ταύτισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης με εκείνα του καπιταλισμού. Οπως δήλωσε ακόμα ένας κορυφαίος θεωρητικός των γερμανικών συνδικάτων:
«Δεν πρέπει να διαφεύγει σε κανέναν ότι η εργατική τάξη είναι μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, η καταστροφή του οποίου σημαίνει και τη δική της καταστροφή, συνεπώς, το μεγάλο ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης είναι να επιτύχει, με τον καθορισμό της θέσης της στο εν λόγω σύστημα, την καλυτέρευση της συνολικής κοινωνικής δομής, η οποία, επίσης, αντιστοιχεί στην καλυτέρευση της δικής της κοινωνικής κατάστασης».
Τον ίδιο τρόπο σκέψης εξέφρασε το Γενικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας Βρετανικών Συνδικάτων στην αναφορά του, στο Συνέδριο του Σουόνσι, το 1928, στο σημείο όπου ανέλυε τις τρεις προοπτικές των συνδικάτων, υποστηρίζοντας την τρίτη (τη γραμμή του Μοδισμού υπέρ της συνεργασίας με τον καπιταλισμό) ως την καλύτερη:
«Η τρίτη προοπτική σημαίνει για το συνδικαλιστικό κίνημα την τολμηρή παραδοχή ότι δεν το απασχολεί μόνο η ευημερία της βιομηχανίας, αλλά ότι θα αρθρώσει λόγο για την πορεία που αυτή ακολουθεί, ώστε να ασκήσει επιρροή στις νέες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα. Η καταληκτική πολιτική του κινήματος μπορεί να φανεί πολύ πιο χρήσιμη σε μια αποδοτική βιομηχανία από ό,τι σε μια παρατημένη και τα συνδικάτα μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ισχύ τους για να προωθήσουν και να καθοδηγήσουν την επιστημονική αναδιοργάνωση της βιομηχανίας καθώς και να αποκτήσουν υλικά πλεονεκτήματα από την εν λόγω διαδικασία».
Βαφτίζοντας κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις ως «σοσιαλισμό»
Η σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα που έχει υπό τον έλεγχό της μετατρέπονται, σύμφωνα με τη θεωρία της, σε συστατικά στοιχεία της σύγχρονης καπιταλιστικής οργάνωσης και του καπιταλιστικού κράτους (στην πραγματικότητα, οι Ουέμπ4 είχαν επεξεργαστεί πλήρως το εν λόγω ζήτημα στη θεωρία που ανέπτυξαν, πολύ πριν τον πόλεμο, η οποία διατρέχει τόσο το βιβλίο τους «Η Ιστορία του εργατικού συνδικαλισμού» όσο και το σύνολο του έργου τους). «Η σοσιαλδημοκρατία, σήμερα», επιβεβαίωσε ο Χίλφερντιγκ στο Συνέδριο του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Κίελο, το 1927, «αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του κράτους». «Χωρίς τα συνδικάτα», έγραψε ο Σιτρίν, «δε θα μπορούσε να λειτουργήσει αποδοτικά η βιομηχανία, στις σύγχρονες συνθήκες» (Ου. Μ. Σιτρίν, «Εργατικός Συνδικαλισμός: Το προπύργιο εναντίον του χάους», για την εφημερίδα «Reynolds' News», 4 Σεπτέμβρη 1932).
Κάθε εξέλιξη στην οργάνωση και την ενίσχυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της δικτατορίας του χαιρετίζεται, συνεπώς, ως έλευση του «σοσιαλισμού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η στήριξη του Εργατικού Κόμματος στη «δημόσια επιχείρηση» (καπιταλιστικό τραστ υπό κρατική προστασία, με εγγυημένα μερίσματα στους μετόχους) ως μορφή σύγχρονου σοσιαλισμού, δείγμα της οποίας αποτελεί το Διάταγμα για τη Μεταφορά Επιβατών στο Λονδίνο, το οποίο εισήγαγε η κυβέρνηση των Εργατικών και υλοποίησε η κυβέρνηση των Συντηρητικών, ενώ επιδοκιμάστηκε από το Εργατικό Κόμμα ως θρίαμβος του «σοσιαλισμού». Για το εν λόγω ζήτημα, οι συντηρητικοί «Times» δηλώνουν:
«Οι κυριότερες αντιρρήσεις που εγείρονται μπορούν να χωριστούν σε τρεις ομάδες με κύριους τίτλους: Το νομοσχέδιο είναι "σοσιαλιστικό", δημιουργεί επικίνδυνο μονοπώλιο, θα αυξήσει το κόστος μεταφοράς. Καμιά από τις προαναφερόμενες κρίσεις δεν αντέχει στην παρατεταμένη εξέταση. Είναι αλήθεια ότι το νομοσχέδιο, στην αυθεντική μορφή του, αποτελεί προϊόν σοσιαλιστικής κυβέρνησης και ότι ο τότε υπουργός Μεταφορών, ο κ. Μόρισον, παραλίγο να επιτύχει την τελεσίδικη καταδίκη του, καθώς το αποκαλούσε θρίαμβο του σοσιαλισμού. Πώς, στ' αλήθεια, προκύπτει στη συζήτηση ο σοσιαλισμός; Πού διαφέρει επί της αρχής το νέο εγχείρημα στις μεταφορές από τα ισχύοντα στην Κεντρική Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ή την Αυτοκρατορική Εταιρία Επικοινωνιών, οι οποίες αποτελούν αμφότερες δημιουργήματα Συντηρητικής κυβέρνησης; Ομοια με εκείνες, αποτελεί θεσμοθετημένο μονοπώλιο και συνεπώς υπόκειται, ως ένα βαθμό, σε δημόσιο έλεγχο, ωστόσο, ανήκει σε ιδιώτη, όχι στο δημόσιο.» («Times», κύριο άρθρο «Νομοσχέδιο για τη Μετακίνηση στο Λονδίνο», 1 Δεκέμβρη 1932).
Είναι φανερό ότι η «δημόσια επιχείρηση» του Εργατικού Κόμματος και της σοσιαλδημοκρατίας έχει επί της αρχής μεγάλες ομοιότητες με τη φασιστική «επιχείρηση» ως σύστημα βιομηχανικής οργάνωσης.
Σε αυτή τη βάση, η σοσιαλδημοκρατία υπερασπίζει τις σύγχρονες εξελίξεις στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, σα να επρόκειτο ήδη για την έλευση του «σοσιαλισμού». Οπως δήλωσε ο Ντίτμαν, ηγέτης του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, στο συνέδριο του κόμματος στο Μάγκντεμπουργκ:
«Δε ζούμε πλέον στον καπιταλισμό, ζούμε στην περίοδο μετάβασης στο σοσιαλισμό, από οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής άποψης... Στη Γερμανία, έχουμε δεκαπλάσιες σοσιαλιστικές κατακτήσεις να υπερασπίσουμε σε σύγκριση με τη Ρωσία».
Οι σωτήρες του καπιταλισμού ξανά επί το έργον - όλο και πιο κοντά στο φασισμό
Η παγκόσμια οικονομική κρίση κατάφερε βαρύ χτύπημα στη συγκεκριμένη ιδεολογία. Ωστόσο, η σοσιαλδημοκρατία προσαρμόστηκε στην κρίση, διευρύνοντας τις θεωρίες της. Ηταν αναγκαίο τώρα, δήλωνε, να «σωθεί» ο καπιταλισμός από την απειλή του χάους και της προλεταριακής επανάστασης. Το Συνέδριο του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στη Λειψία, το 1931, έδωσε το σύνθημα: «Πρέπει να γίνουμε οι γιατροί του πάσχοντος καπιταλισμού». Ο Βαντερβέλντε, πρόεδρος της Δεύτερης Διεθνούς, διακήρυξε στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βελγίου, το 1932:
«Το καπιταλιστικό σύστημα εμφανίζει ρωγμές σε όλες τις πλευρές του. Μπορεί να σωθεί μόνο με σοβαρά και επείγοντα μέτρα. Βρισκόμαστε στην ενδέκατη ώρα. Φροντίστε το προλεταριάτο να μην γκρεμίσει, ως άλλος Σαμψών, τις κολόνες του ναού» (Ε. Βαντερβέλντε, «Le Peuple», 7 Μάη 1932).
Μάλιστα, ο Γάλλος σοσιαλιστής, Μοντέλ, είχε ήδη διακηρύξει, πριν την κρίση («Republique Sociale», 15 Νοέμβρη 1928): «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα παρουσιαστεί ως το μοναδικό ικανό να σώσει την αστική κοινωνία».
Με το σύνολο αυτής της τακτικής και προπαγάνδας καθίσταται εμφανές ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα προετοίμαζε και προλείανε, στην πράξη, το δρόμο για την έλευση του φασισμού και των αντιλήψεών του. Και πράγματι, ακόμα και μετά από τη νίκη του φασισμού, ο Λάιπαρτ, ηγέτης του γερμανικού συνδικαλισμού, χρησιμοποίησε ευθέως την ίδια επιχειρηματολογία προκειμένου να αποδείξει ότι ο συνδικαλισμός θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από το φασισμό ως όργανο υποταγμένο στη φασιστική δικτατορία:
«Τα συνδικάτα έχουν εξελιχτεί σε οργανωμένη αυτοβοήθεια της εργατικής τάξης και κατά την πορεία της ιστορίας τους, λόγω φυσικών αιτιών, συγχωνεύονται όλο και περισσότερο με το κράτος.
Το κοινωνικό καθήκον των συνδικάτων πρέπει να εκπληρώνεται υπό οποιαδήποτε μορφή κρατικού συστήματος...
Τα συνδικάτα είναι σε πλήρη ετοιμότητα, ακόμα και πέραν του πεδίου των μισθών και των συνθηκών εργασίας, να προχωρήσουν σε μόνιμη συνεργασία με τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Η κρατική επίβλεψη σε μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να συμβάλλει σε ορισμένες περιπτώσεις στην άνοδο της αξίας της και στην ευκολότερη εφαρμογή της.
Τα συνδικάτα δεν απαιτούν να ασκούν ευθέως επιρροή στην κρατική πολιτική. Το μοναδικό καθήκον τους, από αυτή την άποψη, μπορεί να είναι να θέτουν τα δίκαια αιτήματα των εργατών υπόψη της κυβέρνησης, αναφορικά με τα μέτρα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής και τη νομοθεσία, καθώς και να υπηρετούν την ίδια και το Κοινοβούλιο, συμβάλλοντας με τη γνώση και την εμπειρία τους».
Αυτή ήταν η επίσημη διακήρυξη του γερμανικού συνδικαλισμού, το Μάρτη του 1933, προσφερόμενος να συμμαχήσει με τη φασιστική δικτατορία. Εγινε δεκτή με εκφράσεις πόνου και αγανάκτησης από το σοσιαλδημοκρατικό Τύπο εκτός Γερμανίας, ως «επαίσχυντη συνθηκολόγηση». Ωστόσο, η τακτική που διατυπώνεται στο ζήτημα συνδικαλισμός και κράτος είναι απολύτως ταυτόσημη με την επιχειρηματολογία του Σιτρίν στη Βρετανία, του Γκριν στις Ηνωμένες Πολιτείες και του Ζουό στη Γαλλία.
Μπορεί να συγκριθεί με την πρόταση του Μουσολίνι, το 1921, για ενδεχόμενη συμμαχία της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας με το φασισμό:
«Στο πεδίο της κοινωνικής νομοθεσίας και της καλυτέρευσης των συνθηκών ζωής για την εργατική τάξη, οι σοσιαλιστές μπορούν να βρουν απρόσμενους συμμάχους στο φασισμό. Η διάσωση της χώρας μπορεί να διασφαλιστεί, όχι με την κατάπνιξη της αντίθεσης μεταξύ φασισμού και σοσιαλισμού, αλλά με τη συμφιλίωσή τους εντός Κοινοβουλίου. Μια συνεργασία με τους σοσιαλιστές είναι αρκετά πιθανή, ιδιαιτέρως σε πιο προχωρημένο στάδιο, όταν η αποσαφήνιση των ιδεών και των τάσεων, για την οποία εργάζεται σήμερα το Σοσιαλιστικό Κόμμα, θα έχει ολοκληρωθεί. Είναι φανερό ότι η συνύπαρξη Αδιάλλακτων και Ρεφορμιστών Σοσιαλιστών, στο ίδιο κόμμα, θα αποβεί αδύνατη με το πέρασμα του χρόνου. Επανάσταση ή μεταρρύθμιση προκύπτει από τη συμμετοχή στις ευθύνες της εξουσίας». (Μουσολίνι, «Popolo d' Italia», 22 Μάη 1921).
Η πορεία των γεγονότων κατέστησε αυτή την ωμή συμμαχία περιττή, αργότερα, ωστόσο, ο Μουσολίνι θα θέσει τους ρεφορμιστές συνδικαλιστές ηγέτες, τον Ντ' Αραγκόνα και τους συνεργάτες του, στην υπηρεσία του.
Αντί επιλόγου: τα πέντε εγκλήματα της σοσιαλδημοκρατίας εναντίον της εργατικής τάξης
Η σοσιαλδημοκρατία, συνεπώς, προετοίμασε ιδεολογικά το δρόμο για το φασισμό: Καταρχήν, εγκαταλείποντας ή αλλοιώνοντας το μαρξισμό, δεύτερον, αρνούμενη το διεθνισμό και προσδένοντας τους εργάτες στην υπηρεσία του «δικού τους» ιμπεριαλιστικού κράτους, τρίτον, πολεμώντας τον κομμουνισμό και την προλεταριακή επανάσταση, τέταρτον, παραποιώντας το «σοσιαλισμό» ή χρησιμοποιώντας αορίστως «σοσιαλιστικές» φράσεις («η νέα κοινωνική ευταξία», η «κοινοπολιτεία», «η βιομηχανία ως δημόσια υπηρεσία» κλπ.) για να καλύψει το μονοπωλιακό καπιταλισμό, πέμπτον, υπερασπίζοντας την ταξική συνεργασία και την ενσωμάτωση των οργανώσεων της εργατικής τάξης στο καπιταλιστικό κράτος. Ολα αυτά παρέχουν την ιδεολογική βάση και τα θεμέλια του φασισμού, ο οποίος αντιπροσωπεύει το τελικό στάδιο της πολιτικής που επιζητά την πλήρη αφομοίωση της εργατικής τάξης, δεμένης χειροπόδαρα, στον καπιταλισμό και το καπιταλιστικό κράτος. Το σύνολο αυτής της προπαγάνδας και τακτικής που ακολούθησε η σοσιαλδημοκρατία έσπειρε σύγχυση, αποδυνάμωσε και τσάκισε την ταξικά συνειδητή σοσιαλιστική θεώρηση όλων εκείνων των εργατών που επηρέαζε, εμπόδισε τη διάδοση της επαναστατικής μαρξιστικής αντίληψης, εξέθρεψε φασιστικές εν μέρει ιδέες περί εθνικισμού, ιμπεριαλισμού και ταξικής συνεργασίας, και συνεπώς άφησε τις μάζες να γίνουν εύκολη λεία για το φασισμό.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Γκιουζέπε Ματσίνι (1805-1872). Ιταλός επαναστάτης, ηγετική φυσιογνωμία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος για την ένωση και ανεξαρτησία της Ιταλίας, έντιμος και ένθερμος θιασώτης δημοκρατικών και λαϊκών ιδεωδών. Υπήρξε ιδρυτής της μυστικής πατριωτικής οργάνωσης «Νέα Ιταλία», η οποία αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να πραγματοποιήσει την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Η αχίλλειος πτέρνα του ήταν ότι ο Ματσίνι, στην προσπάθειά του να συσπειρώσει τόσο τους φιλελεύθερους ευγενείς και αστούς γαιοκτήμονες όσο και τις καταπιεζόμενες μάζες των εργατών και αγροτών σε ενιαίο μέτωπο, πίστευε πως η κατάργηση της κοινωνικής ανισότητας θα αποτελούσε απόρροια της ειρηνικής συνένωσης κεφαλαίου - εργασίας μέσω της δημιουργίας παραγωγικών συνεταιρισμών.
2 Ζορζ Σορέλ (1847-1922). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, θεωρητικός του αναρχοσυνδικαλισμού. Ο Σορέλ απέρριπτε τους θεσμούς του αστικού κράτους (τη δημοκρατία, την ηθική, το εκπαιδευτικό σύστημα κλπ.) και πίστευε ότι, σε καθεστώς βαθιάς κρίσης, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα διασωζόταν μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ωστόσο, θεωρούσε την επανάσταση μια αυθόρμητη και διόλου ορθολογική λαϊκή έκρηξη, υποκινούμενη από κοινωνικούς μύθους. Πίστευε πως η επανάσταση είχε τις ρίζες της στην ηθική αξία της βίας, η οποία αποτελεί την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Σύμφωνα με τον Σορέλ, οι φορείς των σοσιαλιστικών ιδεών δεν ήταν τα κόμματα αλλά τα συνδικάτα, οι επαγγελματικές ενώσεις.
3 Θίομπαλντ Μπέθμαν-Χόλβεγκ (1856-1921). Γερμανός πολιτικός ο οποίος διετέλεσε Καγκελάριος της χώρας την περίοδο 1909-1917.
4 Ο συγγραφέας αναφέρεται στο ζεύγος Σίντνεϊ και Βεατρίκη Ουέμπ (Σίντνεϊ Ουέμπ 1859-1947, Βεατρίκη Ουέμπ 1858-1943). Αγγλοι οικονομολόγοι, κοινωνικοί παράγοντες και θεωρητικοί του εργατικού συνδικαλισμού και του φαβιανού σοσιαλισμού. Απέρριπταν την ταξική πάλη και πίστευαν ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας θα λυνόταν μέσω της προοδευτικής ανάπτυξης των συνεταιρισμών σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι οποίοι θα δραστηριοποιούνταν στην αγορά των μεγάλων αγροτικών - κτηνοτροφικών εκτάσεων και των εργοστασίων, της ενίσχυσης των εργατικών συνδικάτων και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Τι είπε και τι δεν είπε ο πρωθυπουργός στις εξαγγελίες που έκανε την περασμένη Πέμπτη
Την περασμένη Πέμπτη στο υπουργείο Υγείας παρουσιάστηκαν - από το ίδιο βήμα μάλιστα - οι δυο όψεις της κατάστασης που επικρατεί στο δημόσιο τομέα Υγείας:
Απ' τη μια μεριά ήταν οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού για κάποιες παροχές και προσλήψεις, που αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό των λαϊκών αναγκών και των ελλείψεων στα δημόσια νοσοκομεία και στο Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ).
Απ' την άλλη, ήταν οι εκπρόσωποι των σωματείων της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ), που είχαν πανελλαδική συνάντηση στην Αθήνα. Μετά τη συνάντηση, οργάνωσαν συγκέντρωση έξω από το υπουργείο Υγείας και στη συνέχεια απαίτησαν - και πέτυχαν - συνάντηση με τον υπουργό Υγείας Π. Κουρουμπλή.
Η αίθουσα τελετών του υπουργείου αυτή τη φορά ξεχείλισε από την οργή και την αγανάκτηση των εργαζομένων. Στις ομιλίες τους κατάγγειλαν την κατάρρευση των παρεχόμενων υπηρεσιών, την εντατικοποίηση στη δουλειά και το αίσχος της απλήρωτης εργασίας. «Αγωνία και ασφυξία είναι τα αισθήματα των εργαζομένων και των ασθενών στα δημόσια νοσοκομεία», είπε χαρακτηριστικά ένας εργαζόμενος από το Νοσοκομείο του Ρίου, αναφέροντας ότι στα επείγοντα γίνονται 72.000 επισκέψεις το χρόνο, τις οποίες διεκπεραιώνουν 18 νοσηλευτές και 13 τραυματιοφορείς! Να σημειωθεί ότι το νοσοκομείο χρωστά στους εργαζόμενους 5.734 ρεπό...
Διαγραφή ακόμα και της λέξης «δωρεάν»
Εχοντας διαγράψει από το λεξιλόγιό του τις λέξεις «δωρεάν υπηρεσίες Υγείας», ο Αλ. Τσίπρας, παρουσιάζοντας κάποιους άξονες, υποστήριξε ότι «από την Υγεία θα ξεκινήσουμε τη μεγάλη προσπάθεια για την κοινωνική ανατροπή, τη μεγάλη προσπάθεια για τη σωτηρία της κοινωνίας και των πολιτών από τα δεινά της μνημονιακής λαίλαπας».
Ανάμεσα στους άξονες που παρουσίασε είναι η ισότιμη πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα Υγείας για όλους ασφαλισμένους και ανασφάλιστους. «Πολύ σύντομα θα βγει σε δημόσια διαβούλευση η Κοινή Υπουργική Απόφαση που έχει επεξεργαστεί η ομάδα εργασίας για τους ανασφάλιστους», είπε.
Ομως οι άρρωστοι πληρώνουν τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ το χρόνο στα δημόσια νοσοκομεία για εξετάσεις ή άλλες επισκέψεις και θα ελαφρυνθούν το πολύ με 20 εκατ. μετά την κατάργηση των 5 ευρώ για τις εξετάσεις στα εξωτερικά ιατρεία. Με άλλα λόγια, η «ισότιμη πρόσβαση» θα συνεχίσει να συνοδεύεται από τα υπόλοιπα χαράτσια τόσο για τους ασφαλισμένους, όσο και για τους ανασφάλιστους. Η επιτροπή, που συγκροτήθηκε για τους ανασφάλιστους, ολοκλήρωσε το πόρισμά της και ως βάση συζήτησης είχε την Κοινή Υπουργική Απόφαση του 2006 για την έκδοση βιβλιαρίων πρόνοιας, η οποία προβλέπει εισοδηματικά κριτήρια. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προτάσεις διχάζονται ανάμεσα στη θέσπιση ή όχι εισοδηματικών κριτηρίων.
Συνολικά, οι άρρωστοι στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία πληρώνουν περισσότερο από το 35% των συνολικών δαπανών Υγείας, καθώς οι δημόσιες δαπάνες ήταν πολύ χαμηλές. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), οι δημόσιες δαπάνες Υγείας από 16,1 δισ. ευρώ το 2009 μειώθηκαν σε 9,9 δισ. ευρώ το 2014, με την πρόβλεψη «να πέσουν στα 9,5 δισ.» το 2015. (Οι ιδιωτικές δαπάνες για τις αντίστοιχες περιόδους είναι 7,4, 5,4 και 5,5 δισ. ευρώ).
Προσλήψεις με το σταγονόμετρο
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε επίσης «την πρόσληψη 4.500 ατόμων, εξειδικευμένου προσωπικού, με στόχο τη στελέχωση των κενών, νευραλγικών θέσεων σε νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και οργανισμούς». Απ' αυτούς, οι 700 θα «τοποθετηθούν κατά προτεραιότητα στα νησιά του Αιγαίου, τη Θράκη, τη Δυτ. Μακεδονία και τη Δυτική Ελλάδα». Ανέφερε επίσης ότι η κυβέρνηση προχωρά στη «διασφάλιση της λειτουργίας όλων των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και των Μονάδων Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) με ενίσχυση του προσωπικού ώστε να ανοίξουν όλα τα κρεβάτια και να σταματήσει άμεσα η φρικτή ταλαιπωρία των ασθενών που έχουν ανάγκη εντατικής και αυξημένης φροντίδας».
Πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό των 30.000 κενών θέσεων (25.000 νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό και 5.000 γιατροί). Λόγω του παγώματος των προσλήψεων και των συνταξιοδοτήσεων, το προσωπικό των νοσοκομείων μειώθηκε κατά 17.000 την τελευταία δεκαετία.
Αποκαλυπτικές για τις εκρηκτικές ανάγκες στο δημόσιο σύστημα Υγείας ήταν οι ανακοινώσεις της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών Πειραιώς (ΕΙΝΑΠ) και του Πανελλήνιου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών (ΠΦΣ) που εξέδωσαν την επόμενη μέρα των εξαγγελιών: Τα 16 Κέντρα Υγείας στην Αττική λειτουργούν με το 50% του προσωπικού, με αποτέλεσμα, παρά τις σημαντικές υποδομές, να έχουν μετατραπεί σε «κουφάρια» και απλά κέντρα συνταγογράφησης φαρμάκων.
Η τελευταία πρόσληψη φυσικοθεραπευτή στα δημόσια νοσοκομεία έγινε πριν 5 χρόνια, όταν την ίδια περίοδο αποχώρησαν 300, με αποτέλεσμα να μείνουν συνολικά 600 και να είναι κενές άλλες τόσες οργανικές θέσεις. Ετσι τα νοσοκομεία ΚΑΤ και «Ασκληπιείο» Βούλας, τα οποία σηκώνουν μεγάλο βάρος της αποκατάστασης, δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν όπως θα έπρεπε.
Οσον αφορά τη λειτουργία των 200 κλειστών κρεβατιών των ΜΕΘ και των ΜΑΦ - όπως είπε την Πέμπτη ο Π. Κουρουμπλής - οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης είναι η πρόσληψη 500 ατόμων με διετείς συμβάσεις, όταν χρειάζονται τουλάχιστον 1.000 άτομα.
Γαλαντόμος στους φαρμακοβιομήχανους
Από το ίδιο βήμα, ο πρωθυπουργός παρέπεμψε στο μέλλον την κατάργηση του ενός ευρώ ανά συνταγή, ενώ δεν είπε κουβέντα για τη μείωση της συμμετοχής στα φάρμακα στους οικονομικά ανήμπορους, όπως υποσχόταν προεκλογικά. Ηδη η μεσοσταθμική συμμετοχή στα φάρμακα, τα οποία καλύπτει ο ΕΟΠΥΥ, έφτασε στο 25,8% το 2014, υποχρεώνοντας τους ασφαλισμένους να πληρώσουν 622 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού. Ομως οι ασφαλισμένοι συνολικά - περιλαμβανομένων και των μη αποζημιούμενων φαρμάκων - πληρώνουν από την τσέπη τους 1,7 δισ. ευρώ (στοιχεία του 2013).
Αντίθετα, ο πρωθυπουργός υπήρξε γαλαντόμος προς τη φαρμακοβιομηχανία, λέγοντας: «Δίνουμε έμφαση στην ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας φαρμάκων, μέσω δημιουργίας άμεσων και έμμεσων κινήτρων για την αύξηση της εγχώριας παραγωγής».
Δεν είναι τυχαίο ότι την επομένη ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) - που εκφράζει την ντόπια φαρμακοβιομηχανία - δήλωσε ότι οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού βρίσκονται σε θετική κατεύθυνση. Φαίνεται δηλαδή ότι και με τις νέες εξαγγελίες θα διατηρηθεί το υψηλό μερίδιο της φαρμακοβιομηχανίας (ντόπιας και ξένης) στις συνολικές πωλήσεις στην Ελλάδα. Σύμφωνα με έρευνα του «Ριζοσπάστη» (27.4.2014), οι συνολικές πωλήσεις στην Ελλάδα το 2013 ήταν 5,3 δισ. ευρώ και το 75% το καρπώθηκε η φαρμακοβιομηχανία.
Μισθολογική εξαθλίωση
Ο Αλ. Τσίπρας αρκέστηκε να περιγράψει ότι η χώρα μας έχει το μικρότερο προϋπολογισμό «σε δαπάνες για τη Δημόσια Υγεία, ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ» και ότι «η δραματική μείωση των δημόσιων δαπανών» είχε ως «κύριο όχημα τη μισθολογική μείωση των εργαζομένων, γιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού, όμως μειώθηκαν και πολλές άλλες δαπάνες για υλικά, φάρμακα και παροχές».
Με τους μετριότερους υπολογισμούς, μεταξύ του 2012 και 2013 οι συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία μειώθηκαν κατά 29,3%. Εντούτοις όμως, ο πρωθυπουργός δεν έκανε καμία αναφορά για αναμόρφωση του προϋπολογισμού και αναπλήρωση των απωλειών των εισοδημάτων των εργαζομένων. Τέλος, αν και αναφέρθηκε στα λουκέτα στα νοσοκομεία, που μετονομάστηκαν σε αλλαγή χρήσης, εντούτοις ο πρωθυπουργός δεν είπε λέξη για την επαναλειτουργία τους.
Χρωστούν εφημερίες, νυχτερινά και ρεπό
Στάση εργασίας (8-10 π.μ.) και συγκέντρωση διαμαρτυρίας στα επείγοντα του «Ευαγγελισμού» αποφάσισαν από κοινού ο Σύλλογος Εργαζομένων (ΣΕΝΕ) και η πενταμελής επιτροπή των γιατρών της ΕΙΝΑΠ στο νοσοκομείο.
Γιατροί και εργαζόμενοι του «Ευαγγελισμού» διεκδικούν τις απλήρωτες - εδώ και μήνες - εφημερίες νυχτερινά και αργίες. Σε μεγάλο αριθμό γιατρών τα χρωστούμενα από το 2014 ξεπερνούν μέχρι και το Φλεβάρη τις 3.000 ευρώ κατ' άτομο. Οι υπερωρίες - ψίχουλα του μη ιατρικού προσωπικού έχουν να πληρωθούν από το Δεκέμβρη του 2014, ενώ για το 2015 η μηνιαία αποζημίωση για υπερωρίες, νυκτερινά, αργίες μειώνεται σε 155.000 ευρώ από τις 195.000 το 2014. Επίσης, οι απασχολούμενοι σε προγράμματα voucher διεκδικούν τα χρήματά τους.
Η αυξανόμενη μείωση του προσωπικού οδηγεί τους εργαζόμενους στην εξάντληση, ενώ τα χρωστούμενα ρεπό στον «Ευαγγελισμό» ξεπερνούν τις 16.000 (πέρα από τις χρωστούμενες κανονικές άδειες παρελθόντων ετών) με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία κι ασφάλεια των υγειονομικών, αλλά και για την ασφάλεια των ασθενών.
Την περασμένη Πέμπτη, στη συνάντησή του με τους εργαζόμενους, ο Π. Κουρουμπλής είπε ότι θα κατατεθεί ρύθμιση στο πρώτο νομοσχέδιο για την τακτοποίηση των εφημεριών και των δεδουλευμένων νυχτερινών και αργιών. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Α. Ξανθός εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι οι πιστώσεις έχουν κατατεθεί στους λογαριασμούς των νοσοκομείων της 2ης και της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας (ΥΠΕ), ενώ οι πιστώσεις για τις υπόλοιπες ΥΠΕ θα κατατεθούν την ερχόμενη Τρίτη και οι δικαιούχοι θα πάρουν τα χρήματά τους στις 27 Απρίλη.
Η «Δημοκρατική Πανεπιστημονική Κίνηση» (ΔΗΠΑΚ) Γιατρών καλεί τους γιατρούς να προχωρήσουν σε γενικές συνελεύσεις ειδικευμένων και ειδικευόμενων προσανατολιζόμενοι σε επισχέσεις και άλλες αγωνιστικές πρωτοβουλίες, με αίτημα την άμεση πληρωμή των εφημεριών, τακτικών και πρόσθετων χωρίς καμιά περικοπή. Οι γιατροί στο νοσοκομείο της Νίκαιας συνεχίζουν την επίσχεση μέχρι την ερχόμενη Τρίτη.

Παρά τις προσδοκίες που καλλιεργεί η κυβέρνηση, τα οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων και του λαού δεν κόπασαν, ούτε δρομολογήθηκε η λύση τους μετά την κυβερνητική αλλαγή. Τέτοια είναι οι απολύσεις που συνεχίζονται, η απληρωσιά, η εργοδοτική τρομοκρατία, αλλά και τα ζητήματα που αφορούν συνολικά την εργατική - λαϊκή οικογένεια, όπως η Υγεία, οι συντάξεις και άλλα.
Κάτω από την πίεση αυτών των προβλημάτων ξεσπάνε κινητοποιήσεις σε κλάδους και τόπους δουλειάς. Ιδιαίτερα εκεί που παρεμβαίνουν ταξικά συνδικάτα και Λαϊκές Επιτροπές κόντρα στο κλίμα της ανοχής που καλλιεργεί η κυβέρνηση και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που τη στηρίζουν.
Αυτό το κλίμα της αναμονής χρειάζεται να αντιστραφεί, γιατί επιδρά παραλυτικά στο κίνημα, δίνει χρόνο στο κεφάλαιο να ξετυλίξει καλύτερα την επίθεση στις νέες συνθήκες. Από αυτή τη σκοπιά, χρειάζεται να δυναμώσει η προσπάθεια για συσπείρωση δυνάμεων στο χώρο δουλειάς, στον κλάδο και στη γειτονιά. Συσπείρωση που να εκφράζεται με αγωνιστικές παρεμβάσεις, με πρωτοβουλία των σωματείων και των Λαϊκών Επιτροπών, για όλα τα ζητήματα αιχμής, όπως οι Συλλογικές Συμβάσεις, η απλήρωτη δουλειά, οι ελλείψεις και η υποχρηματοδότηση στην Υγεία, το Ασφαλιστικό και άλλα.
Οπου ανοίγονται μέτωπα, τα ταξικά σωματεία και οι άλλοι φορείς της κοινωνικής συμμαχίας δεν πρέπει να λείπουν από πουθενά. Να βοηθάνε στο σωστό προσανατολισμό της πάλης, στην αποκάλυψη της πολιτικής της κυβέρνησης ότι είναι μια πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου, έστω κι αν αλλάζει σε επιμέρους σημεία, έστω κι αν προσπαθεί να τη συγκαλύψει με προπαγανδιστικά τερτίπια.
Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα: Οταν ανέλαβε ο νέος υπουργός Εργασίας, είχαν ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη οι απολύσεις της ΑΕΓΕΚ στα έργα κατασκευής του Μετρό. Ο Π. Σκουρλέτης διαβεβαίωνε τότε ότι δεν θα επιτρέψει καμιά απόλυση και μετά τη συνάντηση με το Σωματείο κόμπαζε ότι πέτυχε 20ήμερη παράταση στις διαβουλεύσεις με την εργοδοσία. Σήμερα, σχεδόν ένα μήνα μετά, όχι μόνο δεν ανακλήθηκαν οι προηγούμενες απολύσεις, αλλά η ΑΕΓΕΚ έκανε κι άλλες, με σκοπό να απαλλαγεί από το σύνολο σχεδόν του προσωπικού στο κατασκευαστικό κομμάτι μέχρι το Πάσχα. Για όλους αυτούς τους εργαζόμενους, τίποτα δεν άλλαξε με τη νέα κυβέρνηση.
Μοιράζουν ...κατανόηση και συμπάθεια
Αλλο παράδειγμα: Οι 500 περίπου απλήρωτοι εργαζόμενοι της ΝΕΛ και τα ναυτεργατικά σωματεία έχουν απευθυνθεί πολλές φορές στο υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας για να παρέμβει στην εργοδοσία κι αυτό που εισέπραξαν ήταν συμπάθεια και υποσχέσεις. Τελικά, ο νέος υπουργός τους ενημέρωσε ότι «είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα», πράγμα που γνώριζαν από πρώτο χέρι και δεν χρειάζονταν την κυβέρνηση να τους το πει.
Στο διά ταύτα, πέρα από κάτι πενταροδεκάρες, οι ναυτεργάτες παραμένουν απλήρωτοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία και για το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών. Αρα, παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης, συνεχίζουν και μετά τις εκλογές να ζουν την ίδια μίζερη ζωή, απροστάτευτοι απέναντι στην εργοδοσία, που τους αφήνει απλήρωτους, ενώ η ίδια συνεχίζει να μασουλάει τις κρατικές επιδοτήσεις για τις λεγόμενες άγονες γραμμές.
Τρίτο παράδειγμα: Οι περισσότεροι από τους συνταξιούχους ζουν με πολύ χαμηλές συντάξεις, από τις οποίες μάλιστα «τσοντάρουν» σε άνεργα ή μισοάνεργα παιδιά και εγγόνια. Σχεδόν τρεις μήνες μετά τις εκλογές, τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει και γι' αυτούς. Η κυβέρνηση συνεχίζει να δίνει το ΕΚΑΣ με τους ίδιους «μνημονιακούς» όρους που θέσπισε η προηγούμενη. Καμιά αύξηση δεν προβλέπεται για τις συντάξεις και το μόνο που κρατάει «ζεστή» την προπαγάνδα της είναι ότι θα δώσει τη 13η σύνταξη σε όσους παίρνουν κάτω από 700 ευρώ. Κι αυτό όμως είναι υπό αίρεση στα παζάρια με τους δανειστές.
Τι απομένει, λοιπόν; Τα πανηγύρια ότι δεν μειώθηκαν περισσότερο οι επικουρικές συντάξεις, δηλαδή τα επιδόματα πείνας που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση στους συνταξιούχους. Ωστόσο, ακόμα κι εδώ, ο αναπληρωτής υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης δεν μιλάει για κατάργηση, αλλά για αναστολή της «ρήτρας μηδενικού ελλείμματος», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο το «μπουγιουρντί» να έρθει αργότερα στους συνταξιούχους.
Κι ένα τελευταίο: Πώς απαντάει η κυβέρνηση στην άθλια κατάσταση που διαμορφώνεται στον τομέα της Υγείας; Με μέτρα-«ασπιρίνες», που τα καταγγέλλουν ως ανεπαρκή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Επίσης, με διατήρηση των ίδιων πετσοκομμένων προϋπολογισμών στα νοσοκομεία που κατάρτισε η προηγούμενη κυβέρνηση. Και, βέβαια, με στεντόρειες υποσχέσεις στους ντόπιους φαρμακοβιομήχανους ότι θα κάνει τα πάντα για να αυξήσουν το μερίδιό τους στην αγορά.
«Μαύρη τρύπα» το αντιλαϊκό πλαίσιο
Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν το ΚΚΕ που έλεγε ότι η κυβέρνηση θα αποδειχτεί γαλαντόμα στο κεφάλαιο και φειδωλή στο λαό, ανεξάρτητα από τα ωραία λόγια που έντυσε τις προεκλογικές και προγραμματικές της υποσχέσεις. Ταυτόχρονα, πληθαίνουν οι αποδείξεις ότι η πρώτη περίοδος μετά τις εκλογές δεν είναι «προπαρασκευαστική» για να «ωριμάσουν» δήθεν τα μέτρα που θα σώσουν το λαό. Αντίθετα, τροχοδρομείται μια νέα συμφωνία με τους εταίρους, στο πνεύμα και στο γράμμα των προηγούμενων μνημονίων.
Απέναντι σ' αυτή την πραγματικότητα, ο δρόμος της ανασύνταξης του εργατικού - λαϊκού κινήματος είναι ο μόνος καταλύτης για θετικές εξελίξεις. Τα οξυμένα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Πολύ περισσότερο που το κεφάλαιο βάζει επιτακτικά το αίτημα να προχωρήσουν οι «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», για να ανακτήσει γρήγορα τις απώλειες που είχε από την κρίση και να θωρακιστεί από την «αναμπουμπούλα» που συνεχίζεται στην καπιταλιστική οικονομία.
Από αυτή τη σκοπιά, η «κόκκινη γραμμή» για τους εργαζόμενους και το λαό δεν μπορεί να πάει πίσω από το αίτημα για ανάκτηση των δικών τους απωλειών, με κατάργηση όλων των αντιλαϊκών νόμων που ψηφίστηκαν με τα μνημόνια, αλλά και πριν από αυτά. Αν δεν ξηλωθεί το αντιλαϊκό - αντεργατικό πλαίσιο, που διαρκώς ενισχύεται, καμιά ουσιαστική βελτίωση δεν μπορεί να υπάρξει στη ζωή του λαού. Θα λειτουργεί σαν «μαύρη τρύπα», που καταπίνει ακόμα και τα ελάχιστα που μπορούν να κερδίσουν σήμερα οι εργαζόμενοι.
Για παράδειγμα, ο κατώτατος μισθός μπορεί να αυξηθεί ή να υπάρξουν αυξήσεις σε ορισμένους κλάδους. Ομως αυτή η σχετική «ανακούφιση» θα πάει άκλαυτη εξαιτίας των ελαστικών μορφών απασχόλησης που είναι κυρίαρχες, της υψηλής φορολογίας, των χρεών στις τράπεζες και στην εφορία, των χαρατσιών σε Υγεία - Πρόνοια και πάει λέγοντας.
Αλλο παράδειγμα: Μπορεί η κυβέρνηση να πανηγυρίζει ότι ρυθμίζει τα χρέη των ΕΒΕ, αλλά για την πλειοψηφία οι ρυθμίσεις αυτές είναι δώρο - άδωρο, αφού ο τζίρος συνεχίζει να μειώνεται για τους μικρούς και να συγκεντρώνεται στους μεγάλους, τα παλιά χρέη διατηρούνται αυτούσια, οι νόμοι της απελευθέρωσης ευνοούν συντριπτικά τα μονοπώλια και η τάση της «εξαΰλωσης» για τους αυτοαπασχολούμενους δεν μπορεί να αντιστραφεί.
Πάλη για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης
Μέσα από την πάλη και τη διαπάλη για τα καθημερινά και τα ελάχιστα οι εργαζόμενοι θα πρέπει να απορρίπτουν την ανοχή και την αναμονή, να αποκτούν αντοχή, σταθερότητα, να πείθονται για την ανάγκη αντιπαράθεσης με το κεφάλαιο, τη στρατηγική του, την εξουσία του, την ΕΕ. Γι' αυτό χρειάζεται συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια για να αλλάζουν παντού οι συσχετισμοί προς όφελος των ταξικών - αγωνιστικών δυνάμεων στα εργατικά σωματεία, στις ενώσεις των ΕΒΕ, στους αγροτικούς συλλόγους, στο κίνημα της νεολαίας και των γυναικών. Χρειάζεται να ενισχύονται τα συνδικάτα, οι οργανώσεις του εργατικού - λαϊκού κινήματος, να ενισχύεται η Λαϊκή Συμμαχία ανάμεσα σε εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Πάνω απ' όλα, χρειάζεται κίνημα που θα αντιτάσσει την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών στην προσπάθεια του κεφαλαίου και των κομμάτων του να ρίξουν ακόμα πιο κάτω την απαιτητικότητα των εργαζόμενων.
Για να μπορέσουν όμως οι εργαζόμενοι, τα φτωχά λαϊκά στρώματα να ζήσουν με βάση τις σύγχρονες δυνατότητες, τις δυνατότητες της εποχής, που όλο και περισσότερο διευρύνονται, διαδικασία που δεν ανακόπτεται παρ' όλη την κρίση, δεν πρέπει να προσδοκούν από υποσχέσεις για «αναδιανομή της πίτας», όταν και εφόσον αυτή μεγαλώσει σε συνθήκες ανάκαμψης των κερδών του κεφαλαίου. Η πίτα, μικρή ή μεγάλη, θα ανήκει πάντα στο κεφάλαιο και για να μεγαλώσει, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να ζουν με υποβαθμισμένες ανάγκες και δικαιώματα. Η ανάγκη να αλλάξει ο δρόμος ανάπτυξης, να αλλάξει ο σκοπός της παραγωγής προβάλλει από τις ίδιες τις εξελίξεις. Το ζήτημα αυτό δεν λύνεται μέσα από καμιά κυβερνητική εναλλαγή, αλλά από την αλλαγή τάξης στην εξουσία και την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων. Ο δρόμος προς τη λαϊκή ευημερία απαιτεί, λοιπόν, ρήξη με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία του.

Καθε θαύμα τρεις μέρες, το μεγάλο τέσσερις», αποφαίνεται η λαϊκή σοφία. Στους δύο μήνες και κάτι απ' τις εκλογές έχει φανεί καθαρά ότι η ανάληψη της διαχείρισης απ' την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν επέφερε καμία τομή στην αντιλαϊκή πολιτική που ασκούσε η προηγούμενη κυβέρνηση. Οτι συνεχίζεται η πολιτική που ενισχύει με όλους τους τρόπους το κεφάλαιο ενώ φορτώνει βάρη το λαό. Οτι διαπραγματεύεται στα διαβούλια της ΕΕ όχι την άρση βάρους απ' τις πλάτες του λαού, αλλά ευνοϊκότερους όρους για τη στήριξη της ανάκαμψης των κερδών του κεφαλαίου.
Δεν πρόκειται για αφορισμούς. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν εγκαλείται για όσα δεν έκανε. Εγκαλείται για όσα πρόλαβε σε ένα δίμηνο να κάνει και είναι αρκετά ώστε να επιτρέπουν την παραπάνω εκτίμηση. Στο δίλημμα «με το λαό ή με το κεφάλαιο», η νέα κυβέρνηση τοποθετείται καθαρά και ξάστερα «με το κεφάλαιο». Γι' αυτό έχει δίκιο ο Δημήτρης Κουτσούμπας όταν σε προχτεσινή συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό δήλωνε: «Θεωρούμε ότι η σκληρή κριτική απέναντι σε κάθε εξουσία, ιδιαίτερα σε μια κυβέρνηση που εκτιμάμε - και γι' αυτό κρινόμαστε - ότι είναι επίσης μια αστική κυβέρνηση, αντεργατική κυβέρνηση, η οποία έχει αριστερό, φιλολαϊκό περιτύλιγμα, θα κάνει και νέες δεσμεύσεις, νέες συμφωνίες, νέα μνημόνια, όπως και αν ονομαστούν, θα πρέπει να είναι και αντικειμενική».
Μια σειρά επιλογών της το τεκμηριώνουν:
1) Ποια λύση προκρίνει η κυβέρνηση για το πρόβλημα ρευστότητας; Τον εσωτερικό δανεισμό. Βάζει, δηλαδή, χέρι σε λεφτά του λαού, για να πληρώσει χρέη που το κεφάλαιο δημιούργησε, την ίδια ώρα που αφήνει ανέγγιχτο τον ασύλληπτο πλούτο που αυτό συσσώρευσε όλα τα προηγούμενα χρόνια. ΟΠΕΚΕΠΕ, ΟΑΕΔ, Περιφέρειες και έπεται συνέχεια καθώς δεν εξαιρείται κανένας δημόσιος οργανισμός ή ασφαλιστικό ταμείο που μπορεί αύριο να δει τα ταμειακά του διαθέσιμα να κάνουν φτερά, προκειμένου να αποδείξει η κυβέρνηση ότι δεν είναι μπαταχτσής, να ανταποκριθεί στη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη με την οποία δεσμεύτηκε ότι θα πληρώνει «εγκαίρως και στο ακέραιο»...
Τα χρήματα που θέλει να συγκεντρώσει είναι τα ελάχιστα που έχουν απομείνει να δώσουν οι προαναφερθέντες φορείς στα λαϊκά στρώματα. Τα χρήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι οι επιδοτήσεις για τους αγρότες, τα ταμειακά διαθέσιμα των Ταμείων είναι τα χρήματα για να πληρωθούν οι συντάξεις των επόμενων μηνών, τα αποθεματικά των δήμων είναι οι μισθοί των δημοτικών υπαλλήλων, σε καθαριότητα, παιδικούς σταθμούς κ.λπ. Τα διαθέσιμα των νοσοκομείων είναι για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, για να αγοραστούν φάρμακα και υλικό... Εχει μάλιστα το θράσος να χαρακτηρίζει τη λεηλασία αυτή «εθνικό καθήκον».
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ακολουθεί την πεπατημένη προηγούμενων κυβερνήσεων, «κηδεύει» δικαιώματα του λαού κι από πάνω τον καλεί να πληρώσει και τα «κόλλυβα». Είχε άλλη επιλογή; Σαφώς και είχε, να βάλει χέρι στα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων, όμως αυτά δεν διανοείται καν να τα ακουμπήσει. Πολύ λογικό αφού την ίδια στιγμή διαπραγματεύεται πώς θα τους εξασφαλίσει «ζεστό» χρήμα.
2) Απ' τη στιγμή που το κεφάλαιο μένει στο απυρόβλητο η ανάγκη του αστικού κράτους να εισρεύσει χρήμα στα ταμεία του, το οδηγεί σε επιλογές κλιμάκωσης της φοροεπιδρομής που υφίσταται ο λαός τα τελευταία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι διάφορες ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, νομιμοποιώντας τα κάθε είδους χαράτσια που επιβλήθηκαν στο λαό τα προηγούμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, ενώ στραγγίζεται ο λαός, απ' τις ρυθμίσεις αυτές επωφελούνται μεγάλες επιχειρήσεις που σπεύδουν να πληρώσουν το κατιτίς με αντίδωρο τη διαγραφή προσαυξήσεων, προστίμων κ.λπ.
Η πρόσφατη ρύθμιση - εξπρές για τα ληξιπρόθεσμα προς την εφορία εγκαινίασε τη δυνατότητα τμηματικής εξόφλησης ανεξάρτητα από το ύψος των οφειλών, ακόμη και για ποσά πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ, που προέβλεπε η προηγούμενη ρύθμιση. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται και στο νόμο για τις «100 δόσεις», που μπαίνει σε εφαρμογή μετά το Πάσχα... Την ίδια ώρα που τα λαϊκά νοικοκυριά καλούνται να αποπληρώσουν στο 100% τις «αρχικές οφειλές» τους από τα «μνημονιακά» χαράτσια, καθώς και μεγάλο ποσοστό από τόκους και προσαυξήσεις (τόσο μεγαλύτερο, όσο περισσότερες δόσεις αναγκαστούν να βάλουν), κερδισμένοι βγαίνουν οι μεγαλοοφειλέτες που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν εφάπαξ, ή σε λίγες δόσεις, γλιτώνοντας τεράστια ποσά από προσαυξήσεις και πρόστιμα.
Μάλιστα, η κυβέρνηση τους ετοίμασε κι έναν επιπλέον πασχαλιάτικο μποναμά. Με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), η οποία κατατέθηκε την περασμένη βδομάδα στη Βουλή και με τη μορφή σχεδίου νόμου, ευνοούνται προκλητικά ισχυροί επιχειρηματικοί όμιλοι, οι οποίοι, εκτός από τις απαλλαγές των προσαυξήσεων για το χρόνο της καθυστέρησης στην απόδοση των φόρων (εισοδήματος, ΦΠΑ, τελών κ.ά.), απαλλάσσονται πλέον μέχρι και στο 100% για τα πρόστιμα πους τους επιβλήθηκαν μετά από φορολογικούς ελέγχους, όπως για λαθρεμπόριο, έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων, απόκρυψη φορολογικής ύλης, μη απόδοση ΦΠΑ και ειδικών φόρων κ.ά. Τα παραπάνω ποσά για τις φοροπαραβάσεις του κεφαλαίου, τα οποία έχουν βεβαιωθεί μετά από φορολογικούς ελέγχους, δεν εντάσσονταν στο «κούρεμα» που προέβλεπε η αρχική ρύθμιση για τις 100 δόσεις, κάτι που το Μέγαρο Μαξίμου έσπευσε να «διορθώσει»...
Κατόπιν αυτών η κυβέρνηση έχει το θράσος να μιλά και σ' αυτή την περίπτωση για «πατριωτικό καθήκον», που αφορά πάντα μόνο το «έθνος» του λαού, το οποίο καλεί να ανταποκριθεί στύβοντας το... πορτοφόλι του.
Και βέβαια δεν περιορίζεται σε τεχνάσματα είσπραξης οφειλών που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Σφίγγει τη θηλιά στο λαιμό των λαϊκών οικογενειών που έχουν υποστεί οικονομική αιμορραγία αφού διατηρεί στο ακέραιο τα χαράτσια, συζητώντας μόνο τη μετονομασία ορισμένων, όπως του ΕΝΦΙΑ, με την ελπίδα να σώσει τα προσχήματα.
3) Ούτε συζήτηση βέβαια για ανάκτηση των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι, τα φτωχά λαϊκά στρώματα την περίοδο της κρίσης. Ακόμα και όσες δεν έχουν «δημοσιονομικό κόστος», για τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαίωνε ότι θα είναι οι πρώτες που θα αποκαταστήσει η κυβέρνησή του. Πλην όμως το να ανακτήσει ο λαός δικαιώματα σημαίνει κόστος για το κεφάλαιο. Κι αυτό καμιά κυβέρνηση που αναφέρεται στην εξουσία του, μοχθεί για τα κέρδη και την ανταγωνιστικότητά του, δεν θα το επιτρέψει. Ο καθένας βεβαίως αντιλαμβάνεται πως είναι τουλάχιστον αφέλεια να περιμένει το παραμικρό από μια κυβέρνηση που υπαναχώρησε ακόμα κι απ' τα ψίχουλα που πρόβλεπε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης για όσους ο καπιταλισμός και τα μείγματα διαχείρισής του βυθίζουν στην ακραία φτώχεια. Από μια κυβέρνηση που συμφώνησε ήδη στην επέκταση του μνημονίου και προετοιμάζει εντατικά την υπογραφή και νέου...
4) Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα παραπάνω, που συνηγορούν ως προς το ότι παγιώνεται η επίθεση στο λαό, ισχύουν για όσο διάστημα βρίσκεται σε εξέλιξη η διαπραγμάτευση στην ΕΕ, ότι αξίζει να υποστηριχτεί η κυβέρνηση αφού απ' την αίσια έκβαση της διαπραγμάτευσης ο λαός έχει λαμβάνειν... Τέτοιες απόψεις συνιστούν συνειδητή προσπάθεια όσων τις διαδίδουν για τον αποπροσανατολισμό του λαού.
Η συγκυβέρνηση έχει δεσμευτεί με την υπογραφή της στη διατήρηση όλου του αντεργατικού - αντιλαϊκού πλαισίου που διαμορφώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, που θα υπονομεύει στο διηνεκές τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα. Πράγμα λογικό αφού αυτό το αντιλαϊκό πλαίσιο είναι προαπαιτούμενο για την ανάκαμψη του κεφαλαίου.
Δέσμευση η οποία αποτυπώνεται και σε δηλώσεις, όπως αυτή του Βαρουφάκη για αποδοχή του 70% του μνημονίου ως θετικού, ή του Τσίπρα ενώπιον της Μέρκελ ότι η κυβέρνηση επικροτεί την «πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή» που συντελέστηκε και δεσμεύεται να τη συνεχίσει, το αποδεικνύει. Η επιμονή της κυβέρνησης στο να μην υπάρξουν νέα υφεσιακά μέτρα αφενός σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με την αξίωση του κεφαλαίου να στηριχθεί με ρευστό η ανάκαμψη της κερδοφορίας του, να ικανοποιηθούν αιτήματά του που έχουν να κάνουν π.χ. με φτηνή Ενέργεια, με μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, διαγραφές χρεών κ.ά. Αφετέρου αξιοποιείται ως προπέτασμα καπνού για να κρύβεται αυτό που μένει.
5) Η λίστα της κυβέρνησης που δημοσιοποιήθηκε μέσα στη βδομάδα δεν χωρά παρερμηνείες. Περιλαμβάνει ιδιωτικοποιήσεις που βαφτίζονται «αποκρατικοποιήσεις με αναπτυξιακές κοινοπραξίες» (ΟΛΠ, Αεροδρόμια, ΟΔΙΕ κ.ά.), διατήρηση επί της ουσίας του ΕΝΦΙΑ, μέτρα για την είσπραξη των απλήρωτων χαρατσιών, αφήνει ανοιχτό το ζήτημα για αυξήσεις στον ΦΠΑ, υποκρύπτει πρόσθετα φορολογικά μέτρα κ.ά. Η κυβέρνηση αποτιμά σε περισσότερα από 8 δισ. ευρώ τα μέτρα που προτείνει να ληφθούν, ενώ δεσμεύεται για πλεονάσματα πάνω από 3%. Τα γνωστά πλεονάσματα για τα οποία μάτωσε και θα εξακολουθεί καταπώς φαίνεται να ματώνει ο λαός...
Τα μη υφεσιακά μέτρα για τα οποία συζητά στα διαβούλια της ΕΕ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν είναι φιλολαϊκά μέτρα. Είναι υπαγορευμένα απ' το κεφάλαιο και απαντούν σε δικές του ανάγκες. Απ' τη στιγμή που η κυβέρνηση αναγορεύει αυτές τις ανάγκες του κεφαλαίου σε πυξίδα της ρότας που χαράσσει, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι τα αντιλαϊκά μέτρα θα ακολουθούν το ένα το άλλο.
Αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της εξέλιξης για την οποία πρέπει να προετοιμάζεται ο λαός είναι το γεγονός ότι παρά την εφαρμογή των πρόσθετων μέτρων, με την παραπέρα διόγκωση των αντιλαϊκών φόρων και την καρατόμηση των κρατικών κονδυλίων που σχετίζονται με την κάλυψη λαϊκών αναγκών, η συγκυβέρνηση εντοπίζει και ομολογεί και νέα χρηματοδοτικά κενά, που φτάνουν στα 19 δισ. ευρώ για το 2015! Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε νέα δανειακή σύμβαση και μνημόνιο, όπως και να βαφτίσουν τη νέα συμφωνία που θα ακολουθήσει στο β' εξάμηνο του έτους...

MKRdezign

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget