Top Menu

Main Menu

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Κυβερνητική κοροϊδία, αλλά και πονηριές...

Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο την κυβέρνηση στη φάση που διανύουμε, δεν είναι τόσο το ακριβές περιεχόμενο των προαποφασισμένων ανατροπών στα Εργασιακά, το πλαίσιο των οποίων καθορίζεται άλλωστε από το τρίτο μνημόνιο, όσο η προετοιμασία του κλίματος, για να τις δεχτεί ο λαός με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις. Στόχος της είναι, δηλαδή, να υφαρπάξει από τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα, αν όχι τη συναίνεση, τουλάχιστον την ανοχή τους απέναντι σε όσα σχεδιάζει με το κουαρτέτο. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο ο Γ. Κατρούγκαλος μίλησε προχτές στη Βουλή για την ανάγκη διαμόρφωσης «εθνικής γραμμής» στη διαπραγμάτευση για τα Εργασιακά, ανακοινώνοντας ότι για τη συγκρότησή της, θα απευθυνθεί τόσο στους κοινωνικούς εταίρους, όσο και στα άλλα κόμματα.
***
Προσδιόρισε μάλιστα ως εξής το περιεχόμενο αυτής της «εθνικής γραμμής»: «Πλήρης απόρριψη των θεμάτων των ομαδικών απολύσεων - ούτε οι εργοδοτικές οργανώσεις προβάλλουν παρόμοια αναγκαιότητα - απόρριψη της ανταπεργίας, συνυπογραφή του αιτήματος για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων». Η κοροϊδία βγάζει μάτι, αλλά η πονηριά της κυβέρνησης θέλει προσοχή. Διαβάζοντας πίσω από τις λέξεις, αυτό που επιδιώκει είναι να παρουσιάσει τη διαπραγμάτευση για τα Εργασιακά σαν «εθνική» υπόθεση, την οποία σκοπεύει να διεκπεραιώσει από κοινού με τους εργοδότες, τους εργαζόμενους και τα άλλα κόμματα. Λέει, δηλαδή, στους εργαζόμενους ότι η εργοδοσία, η κυβέρνηση και τα κόμματα που ψήφισαν μαζί της το τρίτο μνημόνιο, είναι σύμμαχοι και όχι αντίπαλοί τους και ότι όλοι μαζί θα υπερασπιστούν τα εργασιακά δικαιώματα, απέναντι στους «κακούς» δανειστές.
***
Να, λοιπόν, η παγίδα που στήνουν στην εργατική τάξη. Να ποια στόχευση υπηρετεί ο «κοινωνικός διάλογος», ο οποίος, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα. Πάνω σε τι καλούνται να συμφωνήσουν εργαζόμενοι και εργοδότες; Στη μη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, λέει η κυβέρνηση. Δηλαδή, να δεχτούν οι εργαζόμενοι να παραμείνει η νομοθεσία όπως είναι σήμερα, όπου οι ομαδικές απολύσεις είναι επί της ουσίας απελευθερωμένες και η διοικητική έγκριση από τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας έχει τυπική και μόνο ισχύ. Επομένως, ακόμα κι όπως είναι σήμερα η νομοθεσία, με μερικές μόνο προσαρμογές, οι εργοδότες μπορούν να κάνουν άνετα τη δουλειά τους, με βάση τις αλλαγές που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση στο ρόλο του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Θυμίζουμε ότι αυτές τις αλλαγές τις επικρότησε η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και βέβαια τις διατηρεί αυτούσιες η σημερινή κυβέρνηση.
***
Σε τι άλλο ζητάει η κυβέρνηση να συμφωνήσουν εργοδότες και εργαζόμενοι; Στην απόρριψη της ανταπεργίας. Ενα το κρατούμενο ότι η ανταπεργία τίθεται σαν θέμα στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Ακόμα όμως κι αν δεν υπάρξει τώρα αλλαγή στο νομικό καθεστώς, αυτό θα αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση σαν «παραβάν», για να περάσει μια σειρά άλλες αντιδραστικές αλλαγές στη νομοθεσία για τη συνδικαλιστική δράση, με απώτερο στόχο να βάλει κι άλλα εμπόδια στην κήρυξη και την οργάνωση της απεργίας από τα σωματεία. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, κι αν τελικά γίνει σχεδόν αδύνατο για ένα σωματείο να κηρύξει απεργία, τότε, αλήθεια, τι το θέλουν το «lock out» οι εργοδότες; Ο περιορισμός της συνδικαλιστικής δράσης και ιδιαίτερα του δικαιώματος στην απεργία είναι προαπαιτούμενο για τις επενδύσεις και την ανάκαμψη, όπως φάνηκε και από τις συστάσεις του επικεφαλής της «Cosco» στον Αλ. Τσίπρα.
***
Αυτό είναι που ζητάνε κατά βάση οι μεγαλοεργοδότες και όχι τόσο το «lock out», με δεδομένο ότι ακόμα και τώρα που τυπικά απαγορεύεται, με διάφορους λόγους και προφάσεις έχει επιβληθεί τουλάχιστον τρεις φορές τους τελευταίους μήνες (ΦΑΓΕ, Βωξίτες, ΛΑΡΚΟ). Τέλος, «εθνική γραμμή» είναι να συνυπογράψουν εργοδότες και εργαζόμενοι το αίτημα για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Εδώ γελάνε και οι πέτρες! Η εργοδοσία δεν προσέρχεται καν στις διαπραγματεύσεις για τις κλαδικές Συμβάσεις, που υποτίθεται ότι ισχύουν ακόμα, και όταν το κάνουν προτείνουν κατώτερο κλαδικό μισθό στο ύψος των 586 και 511 ευρώ μεικτά! Αλλά και στο θέμα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η κυβέρνηση προειδοποιεί ολοένα και πιο καθαρά ότι το πιθανότερο σενάριο είναι να εφαρμοστεί ο νόμος που ψήφισε η προηγούμενη κυβέρνηση για καθορισμό του κατώτερου μισθού από το κράτος, αλλά μετά το 2018, οπότε λήγει το τρέχον πρόγραμμα. Για να μη μιλήσουμε για τον ΟΜΕΔ, ο οποίος, για όποια σύμβαση εκδίδει απόφαση, χαντακώνει κυριολεκτικά τους εργαζόμενους.
***

Επομένως, «εθνική γραμμή» δεν υπάρχει, επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν κοινά συμφέροντα ανάμεσα στους εργοδότες, στην κυβέρνηση και τα κόμματά τους, από τη μια, και τους εργαζόμενους με τα άλλα λαϊκά στρώματα, από την άλλη. Υπάρχει μόνο ταξική γραμμή και αυτή πρέπει να την κάνουν διακριτή με την πάλη τους οι εργαζόμενοι. Η γραμμή αυτή περνάει από την απόρριψη των ιδεολογημάτων και της προπαγάνδας της κυβέρνησης, τη σύγκρουση με την εργοδοσία και το κράτος της, την απομόνωση του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού. Περνάει μέσα από τη διεκδίκηση των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι τα τελευταία χρόνια, την κατάργηση των αντεργατικών αντιασφαλιστικών νόμων, την ανασύνταξη του κινήματος και τη λαϊκή συμμαχία για την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Τα «όχι» και τα «ναι»

Σαν κακοπαιγμένη επανέκδοση ταινίας, μοιάζει τις μέρες αυτές ο ψευτοκαβγάς που έχει στηθεί ανάμεσα στα αστικά κόμματα και λοιπές πολιτικές δυνάμεις, με αφορμή τη συμπλήρωση του ενός χρόνου από το περσινό δημοψήφισμα με το κάλπικο για το λαό δίλημμα, αλλά και τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για την περίοδο εκείνη.
Τι κι αν τα κόμματα του «όχι» και του «ναι» από κοινού ψήφισαν το νέο μνημόνιο, που προστέθηκε στα δύο προηγούμενα, κλιμακώνοντας περαιτέρω την αντιλαϊκή επίθεση για λογαριασμό του κεφαλαίου που βρίσκεται έως και σήμερα σε πλήρη εξέλιξη; Τι κι αν πολύ γρήγορα, ήδη από την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος, αποδείχτηκε εκείνο που έλεγε το ΚΚΕ, ότι δηλαδή το δημοψήφισμα με το κάλπικο δίλημμα που έθετε ήταν κυριολεκτικά «ναρκοθετημένο» για το λαό, αφού και το «όχι» και το «ναι» θα αξιοποιούνταν - όπως και έγινε - ως τάχα «λαϊκή έγκριση» στη νέα αντιλαϊκή συμφωνία, ως «ναι» στην ΕΕ και την καπιταλιστική βαρβαρότητα;
Ενα χρόνο μετά, όλοι τους δηλώνουν «δικαιωμένοι» και ξεσπαθώνουν με νέα ορμή, ερμηνεύοντας κατά πως τους βολεύει τα γεγονότα και ξαναστήνοντας το χιλιοπαιγμένο παιχνίδι του εγκλωβισμού του λαού στις διάφορες εκδοχές της αστικής διαχείρισης, αλλά και στα «θέσφατα» και τους «μονόδρομους» της καπιταλιστικής οικονομίας και της ΕΕ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, διά μέσου του πρωθυπουργού, μιλάει για «την κορυφαία πράξη αντίστασης» στο «ευρωιερατείο της λιτότητας» και το «κατεστημένο». Επαναφέρει ξανά το χρεοκοπημένο παραμύθι περί του δήθεν «καλύτερου δυνατού» μνημονίου, τα περί «σκληρών διαπραγματεύσεων» και «κόκκινων γραμμών» που τάχα θα ξαναστήσουν την Ελλάδα στα πόδια της «με τις λιγότερες δυνατές πληγές», όταν είναι παραπάνω από φανερό ότι το ξαναστήσιμο της καπιταλιστικής οικονομίας στα πόδια της και η καπιταλιστική ανάπτυξη, για την οποία παλεύει, έχει μόνο πληγές και βάσανα για τα λαϊκά στρώματα.
Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, οι υπόλοιπες δυνάμεις του «ναι» δηλώνουν επίσης δικαιωμένοι. Μιλάνε για το μεγάλο κόστος και τις «απαράδεκτες καθυστερήσεις» στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, για την «ανίκανη» κυβέρνηση που τάχα «έβαλε σε περιπέτειες» την οικονομία, τα συμφέροντα δηλαδή του κεφαλαίου, για τα οποία επίσης κόπτονται. Παλεύουν να κρύψουν την ταύτισή τους στην ταξική πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, όπως βέβαια και την ψήφο τους στο 3ο μνημόνιο.
Εως και οι πολιτικές δυνάμεις που αποσκίρτησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού πρώτα υπηρέτησαν επί μακρόν και από υπουργικές θέσεις τα παραμύθια περί ΕΕ που αλλάζει προς το φιλολαϊκότερο και «κυβέρνησης της Αριστεράς που δε θα υπογράψει μνημόνια», διοργάνωσαν προχτές τα δικά τους «μνημόσυνα» του «όχι», συνεχίζοντας εκεί απ' όπου σταμάτησαν την εξαπάτηση, προβάλλοντας τώρα ως εναλλακτική για το λαό λύση την καπιταλιστική Ελλάδα με εθνικό νόμισμα.

Ολοι αυτοί λένε ουσιαστικά στο λαό και την εργατική τάξη τις διάφορες παραλλαγές της ίδιας ιστορίας: Δηλαδή ότι ο καπιταλιστικός δρόμος είναι μονόδρομος και ο λαός δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει παρά να λέει διαρκώς «ναι» στα συμφέροντα του κεφαλαίου και «όχι» στις δικές του ανάγκες. Ομως σήμερα, υπάρχει ακόμα περισσότερη πείρα που πρέπει να αξιοποιηθεί. Για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν υπάρχουν «σωτήρες» και φιλολαϊκές συνταγές διαχείρισης του βάρβαρου καπιταλισμού. Μόνο ένα ανασυνταγμένο εργατικό κίνημα και η κοινωνική συμμαχία εργατοϋπαλλήλων, φτωχής αγροτιάς, αυτοαπασχολούμενων, γυναικών και νεολαίας, μόνο ο δικός τους αγώνας σε ρήξη και σύγκρουση με το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις και την εξουσία του, τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες όπως η ΕΕ, μπορεί να εκφράσει το πραγματικό, ταξικό «όχι» στα αντιλαϊκά μέτρα χωρίς ημερομηνία λήξης.